ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εκκληση Σρέντερ για μείωση επιτοκίων

O Γερμανός καγκελάριος, Γκέρχαρντ Σρέντερ, προέβη χθες σε μια ασυνήθιστα απροκάλυπτη έκκληση προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όταν ζήτησε μείωση των ευρωπαϊκών επιτοκίων επικαλούμενος τον αντίκτυπο της ανόδου του ευρώ στις γερμανικές εξαγωγές και γενικότερα στην ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας. Αντίστοιχη έκκληση απηύθηνε, όμως, και μέλος της ιταλικής κυβέρνησης, καθώς η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος της Ιταλίας αποδεικνύει πόσο πλήττει τις ιταλικές εξαγωγές η ανατίμηση του ευρώ.

Σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό NDR, ο κ. Σρέντερ τόνισε ότι «η αποδυνάμωση του δολαρίου και η αντίστοιχη ενίσχυση του ευρώ προκαλεί προβλήματα στις γερμανικές εξαγωγές», ενώ προσέθεσε ότι «η EKT πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα άμεσα». Εξέφρασε, άλλωστε, την ανησυχία του για το ενδεχόμενο να πληγεί η εμπιστοσύνη των γερμανικών επιχειρήσεων από την ενίσχυση του ευρώ, αλλά υπογράμμισε ότι δεν ανησυχεί ως προς το αν θα συνεχισθεί η οικονομική ανάκαμψη «καθώς όλα τα στοιχεία εμφανίζονται θετικά και το πρόβλημα είναι προσωρινό».

Παραδόξως ο κ. Σρέντερ εξέφρασε «κάθε σεβασμό προς την ανεξαρτησία της EKT», τονίζοντας ότι δεν προτίθεται να παρέμβει στο έργο της, αλλά εξέφρασε την ανησυχία του λέγοντας πως η κατάσταση δικαιολογεί το να εξετασθεί μια αλλαγή στα επίπεδα των επιτοκίων. O κ. Σρέντερ προτίθεται, άλλωστε, να συζητήσει με τον Αμερικανό πρόεδρο το θέμα της ενίσχυσης του ευρώ στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Ουάσιγκτον. H παρέμβαση του κ. Σρέντερ ακολούθησε ανάλογη έκκληση που μία ημέρα νωρίτερα απηύθηνε στην EKT ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Κλέμεντ, όταν επικαλέσθηκε την υποχώρηση του δείκτη επιχειρηματικής εμπιστοσύνης του Ifo και μίλησε για «έναν σαφή κώδωνα κινδύνου» σε ό,τι αφορά την ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας.

Και η Ιταλία

Σε μια παρεμφερή έκκληση προέβη, άλλωστε, χθες ο υφυπουργός Βιομηχανίας της Ιταλίας, Αντόλφο Ούρσο, ο οποίος κάλεσε την EKT να αναθεωρήσει τη νομισματική της πολιτική καθώς το εμπορικό έλλειμμα της Ιταλίας με χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης σημείωσε τον Ιανουάριο τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τουλάχιστον πέντε ετών. «H υποχώρηση των εξαγωγών μας στην Κίνα και τις ΗΠΑ οφείλεται κυρίως στην αύξηση του κόστους των προϊόντων μας», τόνισε ο κ. Ούρσο και ζήτησε διαφορετική νομισματική πολιτική από την EKT, της οποίας «οι σεμνές παρεμβάσεις έχουν επηρεάσει ελάχιστα μια αγορά που έχει τόσο πληγεί από το ισχυρό ευρώ». Πράγματι οι ιταλικές εξαγωγές υποχώρησαν κατά 14,7% σε ετήσια βάση, ενώ οι εισαγωγές της κατά 8,4%.

Εξ ίσου ανησυχητικό για την Ιταλία είναι, άλλωστε, το ότι τον Φεβρουάριο υποχώρησε η επιχειρηματική εμπιστοσύνη στο 92,6 από το 93,5 του Ιανουαρίου. «H ανατίμηση του ευρώ ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που περιμέναμε», σχολίασε σχετικά ο Πάολο Γκαρόνα της μεγαλύτερης ένωσης εργοδοτών της Ιταλίας, της Confindustria. H Confindustria αναμένεται μάλιστα να αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή της για ανάπτυξη της ιταλικής οικονομίας το τρέχον έτος στο 1,6%.

Σύμφωνα, πάντως, με τις εκτιμήσεις των οικονομικών αναλυτών, οι εκκλήσεις προς την EKT δεν πρόκειται να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, αλλά αντίθετα ενδέχεται να αποβούν επιζήμιες οι συγκεκαλυμμένες επιθέσεις κατά της Τράπεζας. «H εμπειρία μας έχει διδάξει ότι τα σχόλια αυτού του είδους αποβαίνουν επιζήμια διότι δυσχεραίνουν την ομαλή πορεία της νομισματικής πολιτικής», σχολίασε σχετικά ο Θόρστεν Πόλαϊτ της Barclays Capital. O ίδιος εκτιμά ότι πρόκειται περί τακτικών ελιγμών των κ. Σρέντερ και Κλέμεντ, που προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν τη γερμανική κοινή γνώμη.

Υπενθυμίζεται ότι η Γερμανία προσπαθεί συστηματικά να μη δώσει την εντύπωση ότι ασκεί πιέσεις στην EKT, τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 1999, οπότε παραιτήθηκε ο τότε υπουργός Οικονομικών, Οσκαρ Λαφοντέν. Οι συστηματικές εκκλήσεις που απηύθηνε τότε ο Οσκαρ Λαφοντέν για μειώσεις των ευρωπαϊκών επιτοκίων είχαν επισύρει δριμύτατες κριτικές περί πολιτικών παρεμβάσεων στο έργο της EKT και οι οικονομικοί αναλυτές επισήμαιναν ότι υπήρχε κίνδυνος να υπονομευθεί η αξιοπιστία της Τράπεζας αν επικρατούσε η εντύπωση ότι οι πολιτικοί υπαγόρευαν τις αποφάσεις της.