ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Οντως, σε τεντωμένο σκοινί ισορροπούν οι σχέσεις χωρών και νομισμάτων και μετά το G7!!! Ωστόσο, κανείς ακόμη δεν είναι διατεθειμένος να κάνει πόλεμο. H Ουάσιγκτον δεν ανησυχεί για την πτώση του δολαρίου. Αντίθετα, η Ευρώπη της ONE εξασκεί πολλαπλές πιέσεις προς πάσα κατεύθυνση για τις συνέπειες της κατάρρευσης του δολαρίου, προειδοποιώντας παράλληλα ότι η γνωστή πολιτική της Ουάσιγκτον εγκυμονεί κινδύνους λόγω της εκτόξευσης του εμπορικού και του δημοσιονομικού ελλείμματος των ΗΠΑ! Δικαίως, μία ενδεχομένη κρίση του δολαρίου με περαιτέρω ενίσχυση του ευρώ, προκαλεί τρόμο στην Ευρώπη της ONE καθώς θα τορπιλίσει την ευάλωτη οικονομική κατάσταση της Ευρωζώνης. Και η Ιαπωνία με τη σειρά της υπερασπίζεται την πάγια παρεμβατική πολιτική της, έχοντας στο πλευρό της και τον διευθύνοντα σύμβουλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τον Horst Κohler.

Σε απόγνωση τώρα ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ έθεσε στον Αμερικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους το θέμα των κραδασμών στη Ζώνη του Ευρώ από τη βίαιη πτώση του δολαρίου. Ομως, προτού η κυβέρνηση Μπους αναλογισθεί τις ευθύνες της, όπως κραυγάζουν οι Γαλλογερμανοί, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) θα πρέπει να μειώσει το επιτόκιο του ευρώ. Πάντως, οι ηγέτες της Ευρωζώνης βρίσκονται σε δύσκολη θέση καθώς οι αγορές αγνοούν το πρόσφατο ανακοινωθέν του G7. Πράγματι το νέο ανακοινωθέν της Φλώριδας πριν από τις τρεις εβδομάδες, διόρθωσε τη γλώσσα του ανακοινωθέντος του Ντουμπάι, καθώς οι Γαλλογερμανοί υπουργοί Οικονομικών εξασφάλισαν να καταγραφούν επισήμως οι παρενέργειες της αναταραχής των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Και το πέτυχαν. Στο νέο ανακοινωθέν προστέθηκε ότι δεν είναι «ευπρόσδεκτες» οι ακραίες ταλαντώσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και οι βίαιες νομισματικές κινήσεις που προκαλούν κραδασμούς στην παγκόσμια ανάπτυξη. Και μετά, όμως, τι; Αφού απέτυχαν να αποσπάσουν μια συμφωνία για κοινές παρεμβάσεις.

Ομως, οι παρενέργειες του κρίσιμου ανακοινωθέντος που είχε εκδοθεί στο Ντουμπάι, τον περασμένο Σεπτέμβριο, δεν μπόρεσαν να ανατραπούν με το νέο ανακοινωθέν της Φλώριδας καθώς πρόκειται για ένα διορθωτικό κείμενο του προηγουμένου. H ουσία παραμένει σκληρή και αναλλοίωτη.Φυσικά, καλύφθηκε η σύγκρουση απόψεων μεταξύ των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών ΗΠΑ, Ευρώπης και Τόκιο, επικρατώντας στο τέλος το συμφέρον του ισχυρού (δηλαδή της Αμερικής του Μπους). Παράλληλα, το ανακοινωθέν (ξανα)καλεί τις χώρες των οποίων τα νομίσματα στερούνται «flexibility» (δηλαδή δεν κυμαίνονται ελεύθερα), να αλλάξουν πολιτική, φωτογραφίζοντας ξανά και ξανά κυρίως την Κίνα, αλλά και την Ιαπωνία. Να θυμίσω ότι στο ανακοινωθέν της 20ής Σεπτεμβρίου 2003 στο Ντουμπάι, γινόταν για πρώτη φορά αναφορά στην ανάγκη για «flexibility» στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Τι ειρωνεία… O διευθύνων σύμβουλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Horst Kohler, τώρα να εκθειάζει την πολιτική παρεμβάσεων της Ιαπωνίας ως «ρεαλιστικά ορθή». Οπως επισήμανε, «οι παρεμβάσεις για να αναχαιτισθεί η άνοδος του γιεν έναντι του δολαρίου βοήθησαν και την οικονομία και τη μάχη κατά του deflatio(αποπληθωρισμού)». Ομως, η Ιαπωνία παραβιάζει συνεχώς τα ανακοινωθέντα του G7 με τα οποία καλείται να σταματήσει την πολιτική των παρεμβάσεων που κάνει για να αποτρέψει την ανατίμηση του γιεν έναντι του δολαρίου, ώστε να προστατεύσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών του. Αξίζει να επισημανθεί ότι η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας (BoJ) το 2003 ξόδεψε το ποσό-ρεκόρ των 185 δισ. δολαρίων, δηλαδή περίπου διπλάσιο του εμπορικού πλεονάσματος. Και ενώ το κρίσιμο πρόβλημα του deflation, που ήταν η «αχίλλειος πτέρνα» της Ιαπωνίας από το 1995 φαίνεται τελικώς να δαμάζεται, εντείνονται οι ανησυχίες ότι το ισχυρό γιεν θα παρεμποδίσει τη δρομολογούμενη βελτίωση της οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο ότι χθες το ισχυρό γιεν/ασθενές δολάριο ανακηρύχθηκε από την κυβέρνηση του Τόκιο ως «ο Νο 1 δημόσιος κίνδυνος».

Να επισημανθεί ότι τα στοιχεία για το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν παρουσίασαν εντυπωσιακούς(!) ρυθμούς ανάπτυξης της ιαπωνικής οικονομίας το τέταρτο τρίμηνο του περασμένου έτους καθώς έδειξαν μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ κατά 7% επί ετησίας βάσεως. Πρόκειται για τους υψηλότερους αναπτυξιακούς ρυθμούς από το τρίμηνο Απριλίου/Ιουνίου του 1990 και οφείλονται κυρίως στην ισχυρή ανάπτυξη των οικονομιών της Αμερικής και της Κίνας καθώς οι δύο χώρες απορρόφησαν τις ιαπωνικές εξαγωγές και πυροδότησαν επιχειρηματικές επενδύσεις. H αύξηση αυτή του ιαπωνικού ΑΕΠ ικανοποιεί και τις πλέον αισιόδοξες εκτιμήσεις και ξεπερνά την εντυπωσιακή αύξηση του 4% του ΑΕΠ που κατέγραψε η αμερικανική οικονομία, σε ετήσια βάση, το ίδιο τρίμηνο και βεβαίως φωτίζει την οικονομική αδυναμία της Ευρωζώνης με τη μίζερη ανάπτυξη του 0,4%.

Επίσης, οι εξελίξεις από το δραματικό μέτωπο του deflatio(αποπληθωρισμού) είναι ενθαρρυντικές. Συγκεκριμένα, η πτώση του δείκτη τιμών καταναλωτή συνεχίστηκε μεν για τέταρτο συνεχές έτος το 2003, ωστόσο τους τελευταίους μήνες η πτώση των τιμών δείχνει να μετριάζεται. Πάντως, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας, Τοσιχίκο Φουκούι, επισήμανε ότι «η τράπεζα θα συνεχίσει να διοχετεύει αφειδώς ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα έως ότου αντιμετωπισθεί πλήρως το πρόβλημα του deflatioκαι ο δείκτης τιμών καταναλωτή ανέβει στο μηδέν». Αξίζει να σημειωθεί ότι η χαλάρωση αυτή της νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας στοχεύει με την ενίσχυση της προσφοράς χρήματος να δημιουργηθούν πληθωριστικές συνθήκες. Πρόσφατα, η κεντρική τράπεζα αύξησε τα αποθεματικά που διατηρούν οι τράπεζες στα 35 τρισ. γιεν (326 δισ. δολάρια). Να θυμίσω ότι την πολιτική αυτή η τραπέζα την ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2001, αυξάνοντας τότε τα αποθεματικά των τραπεζών από 4 τρισ. γιεν στα 5 τρισ. γιεν.