ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΗΠΑ: ραγδαία η ανάπτυξη των αμοιβαίων κεφαλαίων

Τα αμοιβαία κεφάλαια έχουν παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια ταχεία ανάπτυξη σε σχέση με τα υπόλοιπα επενδυτικά προϊόντα. Ωστόσο, η επιτυχία του κλάδου αποτέλεσε και την πηγή των προβλημάτων του. Στις ΗΠΑ, τα υπό διαχείριση αμοιβαία κεφάλαια υπερβαίνουν κατά το 50απλάσιο τα επίπεδα του 1980, φθάνοντας τα 7,4 τρισ. δολάρια. H πελατειακή βάση του αμερικανικού κλάδου αμοιβαίων έχει αυξηθεί κατά το 12απλάσιο, καλύπτοντας τις ανάγκες 53,3 εκατομμυρίων νοικοκυριών.

Ωστόσο, το τελευταίο έτος, ένας σημαντικός αριθμός εταιρειών διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων τέθηκε στο στόχαστρο του γενικού εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, Ελιοτ Σπίτζερ, πλήττοντας την αξιοπιστία του κλάδου. Αποκαλύφθηκαν παρατυπίες που σηματοδοτούσαν μια εύνοια σε ορισμένους πελάτες εταιρειών εις βάρος άλλων και μια κερδοσκοπική συμπεριφορά εκ μέρους παραγόντων του κλάδου.

Επενδυτικό όχημα

Είναι λίγοι οι επενδυτές που διαθέτουν τις ικανότητες και την εμπειρία για να «συναρμολογήσουν» και να διαχειρισθούν ένα χαρτοφυλάκιο μεμονωμένων τίτλων. Πέραν τούτου, είναι λίγοι εκείνοι που έχουν τυφλή εμπιστοσύνη σε χρηματιστές και άλλους χρηματοοικονομικούς συμβούλους -και, ιδιαίτερα, εκείνους που βγάζουν τα προς το ζην από τις προμήθειες που λαμβάνουν- σ’ ό,τι αφορά τις επενδυτικές επιλογές τους. Εύλογο ήταν, λοιπόν, τα αμοιβαία κεφάλαια να εξελιχθούν ως το προτιμότερο επενδυτικό όχημα μιας ευρείας γκάμας ανθρώπων.

Τα αμοιβαία κεφάλαια, ουσιαστικά, δίνουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης ενός χαρτοφυλακίου που εμπεριέχει μετοχές, ομόλογα και άλλα επενδυτικά προϊόντα. Παρέχουν, ταυτόχρονα, εύκολη πρόσβαση στις υπηρεσίες επαγγελματιών επενδυτών, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων από τους πιο πετυχημένους διαχεριστές κεφάλαιων μιας χώρας. Σημειώτεον ότι το κίνητρο των διαχειριστών κεφαλαίων δεν είναι να εξασφαλίσουν μια υψηλότερη προμήθεια, επενδύοντας σε μια συγκεκριμένη μετοχή ή ομόλογο. Στόχος τους είναι η επίτευξη υψηλών αποδόσεων προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερους πελάτες. Οπως αναφέρει ο Τομ Ρόζεν, αναλυτής της εταιρείας ερευνών αμοιβαίων κεφαλαίων Lipper, «τα αμοιβαία κεφάλαια επιτρέπουν στους επενδυτές να δημιουργήσουν ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο, δίχως να δαπανήσουν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, ενώ, την ίδια στιγμή, δεν υπάρχουν άλλα παρεμφερή επενδυτικά προϊόντα».

«Κλειδί» οι συντάξεις

Επιπλέον, οφείλουμε να τονίσουμε και στην αλλαγή της επενδυτικής κουλτούρας. Σήμερα, οι περισσότεροι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ, αλλά και σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου, δεν επαναπαύονται στις πάγιες, εταιρικές συντάξεις. H ποιότητα των συντάξεών τους εξαρτάται, επί το πλείστον, από την επιλογή επενδυτικών προγραμμάτων, όπως είναι οι προσωπικοί συνταξιοδοτικοί λογαριασμοί. Οι προαναφερόμενοι παράγοντες στήριξαν την ανάπτυξη του κλάδου, παρέχοντας, όμως, και πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια φαινομένων απληστίας και κερδοσκοπίας. H ανοδική πορεία των χρηματοοικονομικών αγορών, η καθιέρωση των προσωπικών συνταξιοδοτικών λογαριασμών και η αύξηση των πελατών στις εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων οδήγησαν στη δημιουργία ενός λίαν ελκυστικού επιχειρηματικού μοντέλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι μέχρι τα τέλη του 2003 ο αριθμός των αμοιβαίων κεφαλαίων έφθασε τα 8.124 από τα 564 που είχαν καταγραφεί στα τέλη του 1980. Ορισμένα από αυτά τα αμοιβαία είναι αξιόλογες συνθέσεις επενδυτικών προϊόντων, αλλά ορισμένα άλλα είναι βραχυπρόθεσμα τεχνάσματα που αποβλέπουν στον αποπροσανατολισμό των επενδυτών ή στην εκμετάλλευση κλάδων με βραχυπρόθεσμες αποδόσεις. Εν τω μεταξύ, η αύξηση των τοποθετήσεων σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο μπορεί να αναχαιτίσει τις αποδόσεις του. Είναι πολύ δυσκολότερη η εξασφάλιση υψηλών αποδόσεων σε ένα χαρτοφυλάκιο 3 δισ. δολαρίων συγκριτικά με ένα 300 εκατομμυρίων δολαρίων.

Αύξηση κόστους

Παρά ταύτα, η ταχεία ανάπτυξη του κλάδου υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στη μείωση του κόστους διαχείρισής τους. Θεωρητικά, οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου, αυξάνοντας τις τοποθετήσεις σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο, έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν το πάγιο κόστος, δίχως να επηρεάζονται τα κέρδη τους. Αντί αυτού, το μέσο κόστος διαχείρισης ενός μετοχικού αμοιβαίου αυξήθηκε τη δεκαετία που έληξε το 2003 κατά 20%, ενώ το αντίστοιχο κόστος ενός ομολογιακού αμοιβαίου αυξήθηκε κατά, σχεδόν, 23%.

Επιπροσθέτως, πολλές εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων προέβησαν σε συμφωνίες πωλήσεων με χρηματιστηριακές εταιρείες, επιδιώκοντας μέσω αυτών την προώθηση χαρτοφυλακίων με μέτριες αποδόσεις. Αλλες, προς όφελος ορισμένων πελατών τους και εκμεταλλευόμενες τα διαφορετικά ωράρια λειτουργίας των χρηματιστηριακών αγορών, προχωρούσαν στη διεκπεραίωση πράξεων από τις οποίες οι υπόλοιποι επενδυτές των χαρτοφυλακίων τους δεν μπορούσαν να επωφεληθούν.