ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Τσουνάμι» η οργή της «Κατρίνα»

Οτυφώνας «Κατρίνα» θα μπορούσε να επιφέρει «μια από τις μεγαλύτερες ενεργειακές κρίσεις από τη δεκαετία του ’70, ίσως τη μεγαλύτερη». Αυτό υποστηρίζει ο Ντάνιελ Γιέρτζιν, ιστορικός πετρελαίου και επικεφαλής της συμβουλευτικής εταιρείας σε θέματα ενέργειας, CERA. Δεν είναι ο μόνος. Αρκετοί βετεράνοι του χώρου, ορισμένοι εκ των οποίων παρέμειναν ψύχραιμοι κατά την πυροδοτούμενη από τη ζήτηση άνοδο των τιμών από τα 10 δολάρια το βαρέλι, το 1999, στα 70 δολάρια, πρόσφατα, σήμερα εκφράζουν φόβους ότι ο τυφώνας μπορεί να οδηγήσει την πετρελαϊκή αγορά σε παγκόσμια κρίση, ίσως μάλιστα ωθώντας την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση.

Με την πρώτη ματιά, είναι δύσκολο να θεωρήσουμε σοβαρή μια τέτοια ζοφερή προοπτική. Η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύσσεται με υγιείς ρυθμούς, όπως και η παγκόσμια. Επιπλέον, η ιστορία διδάσκει ότι οι φυσικές καταστροφές όπως ο τυφώνες δεν έχουν μακροχρόνια επίδραση στις οικονομίες των πλούσιων χωρών. Η βλάβη που υπέστη η οικονομική παραγωγή βραχυπρόθεσμα πάντα αποκαθίσταται, αργά ή γρήγορα, με την έκρηξη των κατασκευών. Η συμπεριφορά των πετρελαϊκών αγορών θέτει επίσης υπό αμφισβήτηση τη ζοφερή άποψη, καταγράφοντας κατακόρυφη πτώση από το ιστορικό ρεκόρ των 70,85 δολαρίων το βαρέλι.

Να συμπεράνουμε, λοιπόν, ότι ο πετρελαϊκός κλάδος γλίτωσε από την οργή της «Κατρίνα»; Οχι απαραίτητα. Πρώτον, ο κ. Γιέρτζιν παρατηρεί ότι κανένας τυφώνας δεν κατέστρεψε ποτέ τόσο μεγάλο μέρος ολόκληρης της ενεργειακής υποδομής, από υπεράκτιες εξέδρες άντλησης ως υποθαλάσσιους αγωγούς και διυλιστήρια. Οπως δείχνουν τα στοιχεία, η επίδραση της «Κατρίνα» θα είναι ευρύτερη και διαρκέστερη από εκείνη των προηγούμενων τυφώνων.

Η παγκόσμια αγορά αργού δεν θα υποφέρει ιδιαίτερα. Παρότι ίσως και το ήμισυ της παραγωγής του Κόλπου του Μεξικού -που αναλογεί περίπου στο 25% της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου των ΗΠΑ- παραμένει ανενεργό, οι τιμές δεν εκτινάχθηκαν, καθώς οι αγορές διέθεταν άφθονο αργό όταν «χτύπησε» ο τυφώνας. Η κρίση βρίσκεται στη διύλιση και στα προϊόντα της, όπως η βενζίνη. Οι χώρες του ΟΟΣΑ συμφώνησαν στο άνοιγμα των στρατηγικών αποθεμάτων των κυβερνήσεών τους, όμως οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν στρατηγικά αποθέματα βενζίνης και η Ευρώπη έχει στη διάθεσή της ελάχιστα.

Το πρόβλημα είναι ακόμα πιο οξύ στις ΗΠΑ, όπου η ζήτηση έχει ξεπεράσει κατά πολύ τις δυνατότητες της διύλισης. Ετσι, η χώρα εισάγει περί το 10% της βενζίνης που καταναλώνει, έναντι μόλις 4% πριν από μια δεκαετία. Οι εγχώριοι όγκοι διύλισης έχουν αυξηθεί, όχι όμως αρκετά. Και η «Κατρίνα» προκάλεσε το κλείσιμο οκτώ διυλιστηρίων, που αναλογούσαν ίσως και στο 10% της παραγωγικής δυνατότητας της χώρας.

Αυτό που παραμένει άγνωστο είναι πώς θα ανταποκριθούν οι καταναλωτές σε βραχυπρόθεσμες αυξήσεις των τιμών και σε σποραδικές ελλείψεις. Ηδη, οι λιανικές τιμές της βενζίνης σε κάποιες περιοχές των ΗΠΑ έχουν εκτιναχθεί κατά 1 δολάριο, αγγίζοντας ή και υπερβαίνοντας τα 4 δολάρια το γαλόνι. Αλλού, έχουν αναφερθεί σύντομες ελλείψεις. Για τα περισσότερα εμπορεύματα, η αύξηση των τιμών υπονομεύει τη ζήτηση. Ομως, η ζήτηση βενζίνης είναι ιδιαίτερα ανελαστική βραχυπρόθεσμα. Ακόμα κι αν αυξάνονται οι τιμές, οι μητέρες και πάλι πρέπει να πάνε στη δουλειά, αφού αφήσουν τα βλαστάρια τους στο σχολείο.

Η άποψη ότι η αύξηση των τιμών θα υποχρεώσει τους καταναλωτές να διπλασιάσουν τις δαπάνες τους για βενζίνη, ηλεκτρική ενέργεια και πετρέλαιο θέρμανσης, με αποτέλεσμα περιορισμό άλλων δαπανών, ο οποίος θα επιφέρει την ύφεση, εξακολουθεί να ανήκει σε λίγους. Ομως, για πρώτη φορά μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70, συζητούνται -έστω και ακροθιγώς- στην Ουάσιγκτον μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας. Πρόσφατα, η Επιτροπή Ενέργειας της αμερικανικής Γερουσίας έστειλε επιστολή στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, ζητώντας του, μεταξύ άλλων, να ενθαρρύνει το προσωπικό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να χρησιμοποιεί από κοινού τα αυτοκίνητά του.

Τι θα συμβεί αν ο κόσμος βιώσει δύο μέτρια, πλην όμως ταυτόχρονα, πλήγματα στην παγκόσμια οικονομία του πετρελαίου; Αυτό το ερώτημα απηύθυνε πρόσφατα η Εθνική Επιτροπή για την Ενεργειακή Πολιτική (NCEP) των ΗΠΑ, ομάδα εξεχόντων «γκουρού» της ενέργειας και πολιτικών αμφοτέρων των κομμάτων. Η NCEP έκανε ένα περίπλοκο πείραμα, δοκιμάζοντας τις πιθανές επιπτώσεις μιας φυσικής καταστροφής και ενός προβλήματος στην παραγωγή, γεγονότα που από κοινού μείωσαν κατά 4% την παγκόσμια προσφορά. Συμπέρασμα: οι τιμές προφανώς θα εκτιναχθούν από τα 60 δολάρια (τιμή που ορίσθηκε ως βάση) σε άνω των 160 δολαρίων το βαρέλι, ακόμα και χωρίς κάποια σημαντική επίθεση της Αλ Κάιντα σε ζωτική πετρελαϊκή υποδομή της Σαουδικής Αραβίας.

Την εποχή του πρώτου Πολέμου του Περσικού, μια τέτοια πρόβλεψη δεν θα είχε γίνει ποτέ. Εκείνη την εποχή, η παγκόσμια ζήτηση ήταν πολύ χαμηλότερη και ο κόσμος διέθετε πληθώρα ανεκμετάλλευτης παραγωγικής δυνατότητας. Σήμερα, ωστόσο, όπως κατέστησε σαφές το ράλι των τιμών πριν ακόμα από την «Κατρίνα», δεν υπάρχει «δίχτυ ασφαλείας»…