ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ισχυρή και συναλλαγματικά η Κίνα

Βάσει ενός τουλάχιστον οικονομικού δείκτη, η Κίνα προηγείται της Ιαπωνίας: η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο, διαθέτει πλέον και τα μεγαλύτερα συναλλαγματικά αποθέματα παγκοσμίως. Στα τέλη του Ιουνίου, το σύνολο των εν λόγω αποθεμάτων της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας και της Νομισματικής Αρχής του Χονγκ Κονγκ, έφθαναν στα 833 δισεκατομμύρια δολάρια. Δεδομένων των πρόσφατων ρυθμών αύξησής τους, σήμερα η αξία τους θα πρέπει να αγγίζει τα 870 δισεκατομμύρια δολάρια, με την πλειοψηφία τους να διατηρείται μάλιστα σε αμερικανικά δολάρια, υπερβαίνοντας την αξία των αντίστοιχων ιαπωνικών, που στα τέλη του Αυγούστου έφθανε στα 830 δισ. δολάρια. Συνολικά, οι ασιατικές χώρες διατηρούν πλέον συναλλαγματικά αποθέματα αξίας άνω των 2,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που αντιστοιχούν στα δύο τρίτα των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων. Ηταν μόλις το 2000, όταν οι χώρες της Ασίας διατηρούσαν συναλλαγματικά αποθέματα αξίας, που δεν ξεπερνούσε το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια.

Κάθε χώρα έχει διαφορετικά κίνητρα, που την ωθούν στη συσσώρευση συναλλαγματικών αποθεμάτων. H Ιαπωνία, για παράδειγμα, δείνει μάχη κατά του αντιπληθωρισμού. Οι ρευστοποιήσεις γιεν και οι αγορές δολαρίων, θεωρήθηκαν ως «λογική κίνηση» από τους αναλυτές και τους χαράσσοντες πολιτικές στο εξωτερικό, στο πλαίσιο του «αγώνα» της. Στόχος του Τόκιο δεν ήταν μόνον ο έλεγχος της συναλλαγματικής αξίας του γιεν, αλλά και η διεύρυνση της νομισματικής βάσης στη χώρα, έτσι ώστε να αναζωπυρωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία της. Στις αναδυόμενες οικονομίες της Νοτιοανατολικής Ασίας, η τρέχουσα πολιτική σε ό,τι αφορά τη συσσώρευση συναλλαγματικών αποθεμάτων, αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό την αντίδραση των εθνικών κυβερνήσεων στις οικονομικές κρίσεις που ξέσπασαν στην περιοχή την περίοδο 1997-98. Πριν από αυτές, η πλειοψηφία των εν λόγω κρατών παρουσίαζε μεγάλα ελλείμματα στα ισοζύγια των τρέχοντων λογαριασμών τους, ενώ τα νομίσματά τους ήταν εξαιρετικά υπερτιμημένα. Οταν εξαντλήθηκαν τα συναλλαγματικά αποθέματά τους, αναγκάσθηκαν να τα υποτιμήσουν. Προσφάτως, οι περισσότερες από αυτές τις χώρες άφησαν τα νομίσματά τους να ανατιμηθούν ελαφρώς έναντι του αμερικανικού δολαρίου, αλλά οι κυβερνήσεις τους συσσωρεύουν παράλληλα συναλλαγματικά αποθέματα, δημιουργώντας ένα ικανό οπλοστάσιο, για την περίπτωση που θα χρειασθεί να αντιμετωπίσουν μία μελλοντική κρίση. Αναμενόμενη θα ήταν βεβαίως η αντιστάθμιση των πλεονασμάτων των ισοζυγίων τρέχοντων λογαριασμών από τις εκροές κεφαλαίων, καθώς ο ιδιωτικός τομέας κατά κανόνα «εξάγει» τα πλεονάζοντα κεφάλαια, που προκύπτουν από την αποταμίευση. Ομως, τα χρηματοπιστωτικά συστήματα των ασιατικών κρατών παραμένουν συγκριτικώς υπανάπτυκτα. Ετσι, οι κεντρικές τράπεζές τους λειτουργούν κυρίως ως μεσάζοντες, συσσωρεύοντας τα πλεονάζοντα δολάρια με την μορφή συναλλαγματικών αποθεμάτων.

Οπως και αν είναι, η ανατίμηση των ασιατικών νομισμάτων θα είχε περιορισμένη επίδραση στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρέχοντων λογαριασμών των ΗΠΑ. H μοναδική ενδεδειγμένη θεραπεία, αφορά την αύξηση της αποταμίευσης των ίδιων των Αμερικανών. Αλλωστε, η αύξηση του -εν λόγω- κινεζικού πλεονάσματος είναι πολύ περιορισμένη για να διακιολογήσει από μόνη της την αύξηση του αμερικανικού ελλείμματος. Από το 1997 έως το 2004, το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχόντων λογαριασμών της Κίνας αυξήθηκε κατά 36 δισ. δολαρια, ενώ το αντίστοιχο έλλειμμα των ΗΠΑ διευρύνθηκε κατά 529 δισ. δολάρια. Το αντίστοιχο συνολικό πλεόνασμα για τις υπόλοιπες αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας αυξήθηκε το ίδιο διάστημα κατά 125 δισ. δολάρια, ενώ το σύνολο του πλεονάσματος των μεγάλων εξαγωγέων πρώτων υλών (Μέση Ανατολή, Λατινική Αμερική και Ρωσία) αυξήθηκε πολύ περισσότερο, ήτοι κατά 233 δισ. δολάρια.

Ωστόσο, ακόμη και αν τα υποτιμημένα ασιατικά νομίσματα δεν αποτελούν την πηγή των παγκόσμιων «ανισορροπιών», δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η υπερβολική συσσώρευση συναλλαγματικών αποθεμάτων στην Ασία, αποτελεί υγιές φαινόμενο. Εχει νόημα για οποιαδήποτε οικονομία να εναποθέτει τόσο πλούτο σε χαμηλής απόδοσης ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου; Μία λύση θα ήταν για τις χώρες αυτές να μοιράσουν τα αποθέματά τους σε ένα χαρτοφυλάκιο υψηλής ρευστότητας (ομόλογα) και σε ένα άλλο, «ενεργού εκμετάλλευσης του εθνικού πλούτου». Μια ιδέα αναφέρεται στη δημιουργία μιας «Ασιατικής Εταιρείας Επενδύσεων», στην οποία θα εκχωρείτο το δικαίωμα να επενδύσει σε αξιόγραφα υψηλότερων αποδόσεων, όπως είναι οι μετοχές και τα εταιρικά ομόλογα.

Επισημαίνεται τέλος ότι ένα από τα προβλήματα των εκτεταμένων τοποθετήσεων σε δολάρια, αφορά τη διόγκωση της προσφοράς χρήματος, με αποτέλεσμα την πτώση των επιτοκίων. O κίνδυνος έγκειται στο ότι το φθηνό χρήμα μπορεί να οδηγήσει σε άστοχες τοποθετήσεις κεφαλαίων, απειλώντας μελλοντικά την ανάπτυξη. Ακόμη λοιπόν και αν τα συναλλαγματικά αποθέματα της Ασίας δεν «ευθύνονται» για το αμερικανικό έλλειμμα, ενδέχεται να μην είναι μακροπόθεσμη η πλέον συμφέρουσα επιλογή για τις χώρες αυτές.