ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Φρένο» στο φυσικό αέριο της Αρκτικής

Η Ρωσία ανέβαλε εκ νέου την έναρξη του αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων σχεδίου ανάπτυξης των τεραστίων αποθεμάτων φυσικού αερίου στην Αρκτική, το οποίο πρόκειται να διατεθεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών κυρίως της αμερικανικής αγοράς. Εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι οι σχέσεις της Μόσχας με την Ουάσιγκτον διανύουν μια δύσκολη περίοδο, με αφορμή την επιφυλακτική έως και αρνητική στάση που διατηρούν οι ΗΠΑ ως προς την ένταξη της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Η ανάπτυξη των πηγών της περιοχής Shtokman στην Αρκτική επρόκειτο να ξεκινήσει το 2000. Καθυστερεί όμως ήδη μία εξαετία και όπως ανακοίνωσε χθες ο υπουργός Ενέργειας της Ρωσίας, Βίκτορ Κριστένκο, η Gazprom, το ρωσικό μονοπώλιο του φυσικού αερίου, θα αποφασίσει «αυτό το καλοκαίρι» ποιες θα είναι οι ξένες εταιρείες που θα μετέχουν στην κοινοπραξία ανάπτυξης των κοιτασμάτων Shtokman. Οι Chevron και ConocoPhillips είναι οι δύο αμερικανικές εταιρείες οι οποίες ενδιαφέρονται να αναλάβουν την ανάπτυξη και εκμετάλλευση μέρους των εν λόγω κοιτασμάτων.

Η Gazprom πρόκειται να επιλέξει δύο ή τρεις συνεργάτες για την ανάπτυξη των πηγών φυσικού αερίου Shtokman, αλλά από τις αρχές του 2006 αναβάλει ολοένα την ανακοίνωση σχετικής απόφασης. Ο δεύτερος τη τάξει στη διοίκηση του κολοσσού, Αλεξάντερ Ραγιάσοφ, δήλωσε προχθές στην Τασκένδη ότι η ανακοίνωση της επιλογής των εταίρων της Gazprom για το συγκεκριμένο έργο θα αναβαλλόταν από τα μέσα Μαΐου για τα τέλη του μηνός. Ο ίδιος συμπλήρωνε ότι οι πρόσφατες επικρίσεις που απηύθυνε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι, αναφερόμενος στην ενεργιακή πολιτική της Μόσχας, δεν πρόκειται να επηρεάσουν την επιλογή των υποψηφίων για τη Shtokman. Από το σχέδιο της Gazprom, της μεγαλύτερης στον κόσμο παραγωγού φυσικού αερίου, προβλέπεται η ανάπτυξη τερματικού σταθμού στη Shtokman για τη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου στις ΗΠΑ. H περιοχή αυτή βρίσκεται στη Θάλασσα του Μπάρεντς, σε απόσταση 550 χιλιομέτρων από τη Ρωσία και τη Νορβηγία και τα αποθέματα που κρύβει εκτιμώνται στα 3,7 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Τα κοιτάσματα αυτά ανακαλύφθηκαν το 1988 και η Gazprom αναβάλλει διαρκώς την ανάπτυξή τους. Αρχικώς, οι αναβολές οφείλονταν στην έλλειψη ιδίων πόρων, ενώ κατόπιν -και αφού είχε κάνει επαφές με ξένες εταιρείες- δεν μπορούσε να καταλήξει σε συμφωνία μαζί τους σχετικώς με τις παραμέτρους του χρηματοδοτικού σχήματος. Ανάμεσα στις ξένες εταιρείες, οι οποίες έχουν προκριθεί για τη δεύτερη και τελική φάση του διαγωνισμού, συγκαταλέγονται πάντως εκτός των δύο προαναφερόμενων αμερικανικών η γαλλική Total και δύο νορβηγικές, οι Statoil και Norsk Hydro. Αναλυτές αναφέρουν ότι η Total έχει τις λιγότερες πιθανότητες να επιλεγεί, ενώ οι τιμές των μετοχών των Statoil και Norsk Hydro δέχθηκαν χθες σημαντικές πιέσεις μετά την ανακοίνωση της εκ νέου καθυστέρησης στη διαδικασία επιλογής.

Η περίπτωση της Shtokman δεν είναι όμως η μοναδική, η οποία είναι πλέον σαφές ότι έχει «πολιτικοποιηθεί». Στις αρχές του Μαΐου, η Aeroflot, ο ρωσικός αερομεταφορέας, αποφάσισε να αναβάλει τη λήψη απόφασης σχετικώς με την προμήθεια αεροσκαφών αξίας 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι εκτιμήσεις των αναλυτών αναφέρονται σε μεγάλη πιθανότητα επιλογής της Airbus αντί της Boeing στην περίπτωση αυτή, η οποία διατηρείται πάντως σε εκκρεμότητα έως ότου ξεκαθαρίσει το τοπίο για τη ρωσική κυβέρνηση αναφορικά τόσο με τις διαφορές της με την Ουάσιγκτον όσο και με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.