ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προϋπόθεση ισχύος οι αναδυόμενες

Επιφυλακτικός για όσα ακούγονται περί κύματος διασυνοριακών συγχωνεύσεων στον ευρωπαϊκό τραπεζικό χώρο, εξαιτίας της αρνητικής στάσης πολλών κυβερνήσεων, εμφανίστηκε ο κ. Βάλτερ Κίλχολτς, επικεφαλής της ελβετικής τράπεζας Credit Suisse, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην «K» με την ευκαιρία της πρόσφατης επίσκεψής του στην Αθήνα. O πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Credit Suisse τόνισε τη σημασία των μεγάλων αναδυόμενων αγορών στο νέο παγκόσμιο τοπίο του τραπεζικού κλάδου: «Δεν μπορείς πλέον να θεωρείσαι διεθνής τράπεζα αν δεν έχεις παρουσία στην Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία», είπε χαρακτηριστικά. Ακόμη υποστήριξε ότι η αντίδραση των εποπτικών αρχών στα σκάνδαλα της αρχής της δεκαετίας ήταν «υπερβολική», αν και διευκρίνισε ότι «είναι προς το συμφέρον των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων να υπάρχει καλή εποπτεία». Σχετικά με την πολύκροτη υπόθεση του Αμερικανού επενδυτικού τραπεζίτη της Credit Suisse Φρανκ Κουατρόνε, που κατηγορήθηκε για τον χειρισμό της εισαγωγής τεχνολογικών επιχειρήσεων στα αμερικανικά χρηματιστήρια στο αποκορύφωμα της χρηματιστηριακής «φούσκας», ο κ. Κίλχολτς αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας το πρώην στέλεχος της τράπεζας απλώς ως «σημείο των καιρών του». Σημειώνουμε ότι ο κ. Κουατρόνε καταδικάστηκε μεν με βαριές ποινές το 2004, αλλά η απόφαση αναιρέθηκε πλήρως στο Εφετείο πριν από δύο μήνες.

– Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας σχετικά με τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο;

– Υπάρχει μεγάλη συζήτηση σχετικά με αυτό το θέμα και έχουν γίνει και ορισμένες κινήσεις τα τελευταία χρόνια. Πιστεύω ότι πράγματι υπάρχει τάση συγκεντροποίησης. Δεν προκαλεί έκπληξη αυτό, αφού έχουν κορεστεί οι εγχώριες αγορές και αναζητείται ανάπτυξη μέσω της επέκτασης σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Ωστόσο απέχουμε πολύ από το να υπάρχει μια ενιαία αγορά χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στην Ευρώπη και αυτό αποτελεί μια μεγάλη διαφορά από τις ΗΠΑ. Συνοπτικά θα έλεγα ότι γίνεται πολλή συζήτηση και αναπτύσσεται λιγότερη δράση στο θέμα αυτό. Υπάρχουν ακόμη ορισμένα σημαντικά εμπόδια στη δυνατότητα να υλοποιηθούν συνέργιες από διασυνοριακές συγχωνεύσεις. Από την άλλη πλευρά, η συγκεντροποίηση προχωρεί εντός ορισμένων, τουλάχιστον, εθνικών αγορών.

– Δηλαδή δεν περιμένετε σημαντικές κινήσεις στα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια;

– Δεν θα το απέκλεια – μπορεί να συμβούν λίγες ή περισσότερες συγχωνεύσεις. Ωστόσο, κοιτώντας συγκεκριμένες περιπτώσεις, βλέπω πολύ λίγες που θα μπορούσαν πράγματι να συμβούν. Πολλές χώρες, πολλές κυβερνήσεις δεν θα ήθελαν να δουν να περνά ο έλεγχος μιας μεγάλης τράπεζας σε ξένους. Το είδαμε αυτό και σε άλλους κλάδους.

Μια άλλη μεγάλη τάση στον τραπεζικό χώρο είναι η μεταφορά δραστηριοτήτων σε χώρες χαμηλού κόστους (offshoring).

– Εκτιμάτε ότι θα ενισχυθεί αυτή η τάση;

– Οπωσδήποτε θα δούμε να συμβαίνει αυτό επειδή ορισμένες περιοχές είναι ή έγιναν ιδιαίτερα ακριβές και η σύγχρονη τεχνολογία των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής επιτρέπει τη μεταφορά δραστηριοτήτων σε ένα πιο οικονομικό περιβάλλον. Πρόκειται για την ίδια διαδικασία που συνέβη εδώ και χρόνια στη βιομηχανία. Πάντως η τραπεζική είναι παροχή υπηρεσιών και οι υπηρεσίες προσφέρονται εκεί που βρίσκεται ο πελάτης και όχι εκεί που είναι φτηνότερη η εργασία. Συνεπώς μπορούν να μεταφερθούν ορισμένες μόνο δραστηριότητες, όπως το back office ή τα τμήματα πληροφορικής.

– Πώς αλλάζει το τοπίο των χρηματοοικονομικών υπηρεσίων με την ανάδυση της Κίνας και της Ινδίας;

– Μόνο η Ινδία διαθέτει στο σύνολο του ενός δισ. έναν πληθυσμό της τάξεως των 200-250 εκατ. ατόμων που έχουν παρόμοια οικονομικά χαρακτηριστικά με τον πληθυσμό της δυτικής Ευρώπης. Το ίδιο θα συμβαίνει πολύ σύντομα και στην Κίνα. Παρ’ όλο που μεγάλο μέρος του πληθυσμού αυτών των χωρών δεν χρησιμοποιεί τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ένα άλλο, πολύ μεγάλο μέρος, το κάνει. Ολες οι διεθνείς τράπεζες είναι πολύ δραστήριες σε αυτές τις αγορές τα τελευταία χρόνια, προσφέροντας κάθε είδους υπηρεσίες. Δεν μπορείς πλέον να θεωρείσαι διεθνής τράπεζα αν δεν έχεις παρουσία στην Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία. H Credit Suisse είναι ιδιαίτερα δραστήρια στη Βραζιλία, από το 1998-99.

– Πώς επηρεάστηκε ο τραπεζικός κλάδος από τις αυστηρότερες απαιτήσεις των εποπτικών αρχών μετά τα μεγάλα σκάνδαλα των αρχών της δεκαετίας;

– Μετά το σκάσιμο της χρηματιστηριακής «φούσκας» το 2000 υπήρχαν ζητήματα σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τη λογιστική αντιμετώπισή τους, αλλά και τη συμπεριφορά των επενδυτικών τραπεζών, που οδήγησαν σε αντίδραση των εποπτικών αρχών σε πολλά μέρη του κόσμου – όπως στον κλάδο της λογιστικής, τον νόμο Σαρμπάνη-Οxley, την εποπτεία των επενδυτικών τραπεζών, ιδίως τη σχέση των αναλυτών με τους επενδυτικούς τραπεζίτες. Αυτό έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, όπως μετά το 1929, και δεν προκαλεί έκπληξη. Ωστόσο, ίσως υπήρξε υπερβολική αντίδραση από την πλευρά των εποπτικών αρχών. Πιστεύω ότι τώρα επικρατεί μετριοπάθεια και οι κανόνες εφαρμόζονται περισσότερο εύλογα. Πολλές φορές οι κανόνες δυσκολεύουν τη ζωή μας, αλλά μη με παρεξηγήσετε: πιστεύω ότι είναι προς το συμφέρον των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων να υπάρχει καλή εποπτεία.

– Πέρα από τα μέτρα που επέβαλαν οι εποπτικές αρχές ανά τον κόσμο, χρειάστηκε να πάρετε εσείς ιδιαίτερα μέτρα για να αποφύγετε την επανάληψη φαινομένων όπως η υπόθεση Φρανκ Κουατρόνε που ταλαιπώρησε την Credit Suisse;

– Δεν σχολιάζω την υπόθεση Φρανκ Κουατρόνε. Ωστόσο πρέπει να πω ότι ο Φρανκ Κουατρόνε δεν καταδικάστηκε για τίποτα, από όσο γνωρίζω. O Φρανκ Κουατρόνε ήταν απλώς ένα σημείο των καιρών του, ένα σύμβολο της εποχής του. Και βέβαια πολλά από τα μέτρα που επέβαλαν οι εποπτικές αρχές αποσκοπούν στο να προληφθούν τέτοιες συμπεριφορές που ήταν η κοινή πρακτική στην περίοδο της τεχνολογικής «φούσκας». Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό. Και πολλοί αναλυτές είχαν συμπεριφορά κατώτερη από την αποδεκτή.