ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Στο ασφαλές καταφύγιο των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και του ελβετικού φράγκου, στράφηκαν χτες οι πανικόβλητοι επενδυτές, ξεπουλώντας μαζικώς τις επενδύσεις τους για δέκατη συνεχή ημέρα από τις αναδυόμενες αγορές. Στην Τουρκία, το χρηματιστήριο κατέρρευσε χάνοντας και χτες ποσοστό της τάξεως του 8,3%, στη Ρωσία ο δείκτης έκλεισε με μεγάλη πτώση κατά 9,1%, στη Βραζιλία παρομοίως και στην Ινδία οι αρχές εξαναγκάστηκαν να διακόψουν τις συναλλαγές όταν η πτώση του δείκτη του Χρηματιστηρίου ξεπέρασε σε ποσοστό το 10%. H αναταραχή αυτή, που παίρνει διαστάσεις παρόμοιες της κρίσης που προκάλεσε τη χρεοκοπία της Ρωσίας το 1998. H Ρωσία εξαναγκάστηκε τότε να κηρύξει παύση πληρωμών στο εσωτερικό της χρέος και να προχωρήσει στην υποτίμηση του ρουβλίου τη Δευτέρα 17 Αυγούστου του 1998. Φυσικά, είχε προηγηθεί το γκρέμισμα των αναδυομένων αγορών της Ασίας το 1997. H στροφή αυτή των επενδυτών στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα ευνόησε και τη Walll Street. Τόσο ο δείκτης Dow Jones των μετοχών blue chips των 30 πολυεθνικών βιομηχανικών και τραπεζικών κολοσσών των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και ο Standard & Poor’s 500, που περιλαμβάνει τις πολύτιμες μετοχές των 500 εταιρειών με τη μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση, αφού άνοιξαν με κραδασμούς ανήλθαν σε θετικό επίπεδο!!! Και ο δείκτης Nasdaq με τις μετοχές των κορυφαίων αμερικανικών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, μετρίασε τις αρχικές απώλειες. Αντίθετα, υπέφερε έναντι όλων των νομισμάτων.

Η φυγή των επενδυτών από τις ευρωπαϊκές μετοχές ήταν το κυρίαρχο στοιχείο, με συνέπεια τα χρηματιστήρια της Ευρώπης να καταγράψουν νέα μεγαλη ημερήσια πτώση τριάμισι ετών. H Ευρώπη της ONE πληρώνει ακριβά και το τίμημα του ισχυρού ευρώ, δεδομένου ότι εξακολουθεί να παραμένει ευάλωτη και λόγω της εξάρτησης των βιομηχανιών από τις εξαγωγές. H Φρανκφούρτη δοκιμάστηκε σκληρά, καθώς ο δείκτης Xetra DAX-30 των blue chips υποχώρησε κλείνοντας με πτώση 126,04 μονάδων (-2,22%). Στο χρηματιστήριο του Λονδίνου ο δείκτης των blue chips FTSE-100 έχασε 124,7 μονάδες (-2,20%) και στο Παρίσι ο δείκτης CAC-40 έκλεισε με πτώση 131,07 μονάδων (-2,65%). Παράλληλα, το υψηλό ενεργειακό κόστος επιβαρύνει την ευρωπαϊκή οικονομία και όσο οι προοπτικές των τιμών του πετρελαίου παραμένουν αβέβαιες λόγω της επικίνδυνης αστάθειας στην ισορροπία προσφοράς/ζήτησης του αργού, τόσο εντείνονται οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην κερδοφορία των επιχειρήσεων και τις καταναλωτικές δαπάνες.

Ηδη, πολλαπλώς, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι εισροές των επενδυτικών κεφαλαίων προήλθαν κυρίως από ιδιώτες επενδυτές, που λειαίνει λυτρωτικά την εξάρτηση των ΗΠΑ από τις ξένες τράπεζες. Οι ξένοι ιδιώτες επενδυτές αγόρασαν μανιωδώς αμερικανικά ομόλογα και τον μήνα Μάρτιο, αξίας 87,6 δισ. δολαρίων (έναντι 86,5 δισ. δολαρίων του Φεβρουαρίου). Αντίθετα, οι καθαρές εισροές των επενδυτικών κεφαλαίων από επίσημες πηγές έπεσαν ραγδαία στα 1,6 δισ. δολάρια (έναντι 16,0 δισ. δολαρίων του Φεβρουαρίου). Συνολικώς, οι καθαρές αγορές αμερικανικών μετοχών ανήλθαν στα 19,04 δισ. δολάρια (έναντι αγορών αξίας 16,48 δισ. δολαρίων του Φεβρουαρίου). Το επενδυτικό ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στα εταιρικά αμερικανικά ομόλογα, καθώς οι αγορές τους ανήλθαν στα 48,1 δισ. δολάρια (έναντι αγορών 33,21 δισ. δολαρίων του Φεβρουαρίου). Ομως, η σημαντική εμπιστοσύνη με την οποία περιβάλλουν οι ξένοι επενδυτές τις αμερικανικές αξίες, δεν επισκιάζει τους φόβους των αγορών για τις δομικές εμπορικές ανισορροπίες των ΗΠΑ. Οι ανησυχίες περί αδυναμίας των ΗΠΑ να χρηματοδούν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, δεδομένου ότι εισροές επενδυτικών κεφαλαίων ξεπερνούν κατά πολύ τις απαιτήσεις που εγείρει το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα, παραμένουν. Να επισημανθεί ότι η πλήρης εξάρτηση των ΗΠΑ από τις κεντρικές τράπεζες της Ασίας για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, έχει εξελιχθεί σε μια εφιαλτική σχέση. Οι συμπαθείς κεντρικές τράπεζες της Ασίας με επικεφαλής την Κίνα, στην προσπάθειά τους να παρεμποδίσουν την ανατίμηση των νομισμάτων τους ώστε να προστατεύσουν την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγικών προϊόντων τους αγόραζαν (και αγοράζουν) αφειδώς αμερικανικά κρατικά ομόλογα τα προηγούμενα χρόνια.

Οι Αμερικανοί τραπεζίτες εμφανίζονται αρκούντως θορυβημένοι για τον κίνδυνο αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων μετά τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα την περασμένη Τετάρτη για τον δείκτη τιμών καταναλωτή στις ΗΠΑ, που αυξήθηκε τον Απρίλιο κατά 0,6%, εξ αιτίας του άλματος των ενεργειακών τιμών. H εξέλιξη που τους τρόμαξε κυρίως ήταν τα στοιχεία του δείκτη που έδειξαν ότι ο δομικός πληθωρισμός (δηλαδή ο δείκτης εξαιρουμένων των ασταθών τομέων τροφίμων και ενέργειας) αυξήθηκε κατά 0,3% για δεύτερο συνεχή μήνα. Συνολικώς, οι τιμές καταναλωτή τους τελευταίους 12 μήνες αυξήθηκαν κατά 3,5% και ο δομικός πληθωρισμός κατά 2,3%. H επιδείνωση αυτή του πληθωρισμού στην Αμερική επανέφερε τους φόβους στις αγορές ότι η αναχαίτιση των πληθωριστικών πιέσεων θα εξαναγκάσει τη FED να συνεχίσει τον τρέχοντα κύκλο των αυξήσεων των αμερικανικών επιτοκίων, ανατρέποντας την κυριαρχούσα άποψη. Ομως, οι αγορές έχουν συμπαραταχθεί με τις προβλέψεις της πλειοψηφίας των 20 κορυφαίων επενδυτικές τραπεζών της Wall Street ότι έκλεισε ο τρέχων διετής ανοδικός κύκλος των αμερικανικών επιτοκίων.