ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυλαία για διαβόητη υπόθεση Enron με την καταδίκη των Λέι και Σκίλινγκ

H δίκη για την ειδεχθή λογιστική απάτη της Enron έληξε με την καταδίκη του Κένεθ Λέι και του Τζέφρι Σκίλινγκ, δημιουργώντας αισθήματα ανακούφισης στους εισαγγελείς, οι οποίοι είχαν καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να εξασφαλίσουν καταδικαστική ετυμηγορία.

Με τις εν λόγω εξελίξεις πέφτει η αυλαία στην πλέον διαβόητη υπόθεση, που συνδέθηκε με τις ατασθαλίες κατά την εποχή ακμής των ηλεκτρονικών εταιρειών. H αποκάλυψη του σκανδάλου σε όλες τις διαστάσεις του και με όλες τις επιπλοκές χρειάστηκε μια δίκη τεσσάρων μηνών, αλλά η διαβούλευση oλοκληρώθηκε σε έξι ημέρες μόνο. Την Πέμπτη, 25 του μηνός, το δικαστήριο απεφάνθη ότι οι κ. Λέι και Σκίλινγκ είχαν όντως εξαπατήσει τους επενδυτές σχετικά με την πραγματική κατάσταση της Enron, μιας εταιρείας με εκτεταμένες δραστηριότητες στην εμπορία ενέργειας.

Ειδικότερα, ο κ. Λέι βαρυνόταν με έξι κατηγορίες συνωμοσίας και απάτης και κρίθηκε ένοχος συνολικά, ενώ ο κ. Σκίλινγκ βαρυνόταν με δεκαοκτώ κατηγορίες, αλλά απηλλάγη όλων πλην μιας, που αφορούσε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές με χρήση απόρρητων πληροφοριών. Σε μια άλλη δίκη, ο κ. Λέι κρίθηκε επίσης ένοχος για τραπεζική απάτη. Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως και 45 ετών, η οποία ωχριά μπροστά στα 185 χρόνια, που επισύρουν τα αδικήματα του κ. Σκίλινγκ. Ενδεχομένως, πάντως, αμφότεροι οι καταδικασθέντες να ασκήσουν έφεση.

Παραπομπή

Είναι αλήθεια ότι οι εισαγγγελικές αρχές είχαν κοπιάσει επαρκώς για να αποδοθούν κάποιες ευθύνες σχετικά με την κατάρρευση της Enron. Για πάρα πολλούς εξοργισμένους και αποκαρδιωμένους υπαλλήλους και επενδυτές, το ποιος έφερε την ευθύνη ήταν ξεκάθαρο. Ωστόσο, μέχρι την παραπομπή των προαναφερθέντων κυρίων ουδείς από τη διοίκηση της Enron δεν είχε δικαστεί και καταδικαστεί. Μεταξύ των τριάντα στελεχών, στους οποίους απηγγέλθησαν κατηγορίες σχετικά με την υπόθεση, σχεδόν οι μισοί ήλθαν σε συμβιβασμό και άλλοι κατέθεσαν ως μάρτυρες.

Η έκρηξη και η κάμψη των μετοχών των διαδικτυακών εταιρειών και των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας διαμόρφωσε το σκηνικό της ανόδου και της πτώσης ορισμένων πάλαι ποτέ γιγάντων. Οι δίκες των επικεφαλής των Tyco, WοrldCοm και Adelphia θεωρήθηκαν το πρελούδιο της βασικής δίκης της Εnron.

Πάντως, η υπερασπιστική γραμμή της πρώην διοίκησης της Enron διαφοροποιήθηκε εν συγκρίσει με ό,τι ανάλογο είχε συμβεί στο παρελθόν. Επιχειρηματίες όπως ο Μπέρνι Εμπερς της WorldCom παραδέχθηκαν ότι οι εταιρείες τους ακολούθησαν δόλιες μεθόδους, αλλά δεν ανέλαβαν προσωπικά την ευθύνη. Παρά ταύτα, φάνηκε ότι ήταν δύσκολο να αποδειχθεί στο δικαστήριο ότι oι υφιστάμενοι είχαν κάνει πολύ μεγάλες απάτες, χωρίς να τους αντιληφθούν οι διευθύνοντες σύμβουλοι. Οι κ. Σκίλινγκ και Λέι ισχυρίστηκαν ότι η Enron ήταν κατ’ ουσίαν μια υγιής εταιρεία, η οποία γονάτισε υπό συνθήκες πανικού στις αγορές.

Οι κατηγορούμενοι ανέφεραν ότι απλώς είχαν ασχοληθεί με δραστηριότητες συνήθεις κατά την ακμή των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και ότι εάν η λογιστική απέβαινε λίγο «δημιουργική» τότε, ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά θα είχε και μεγάλο μέρος των χρημάτων, που άλλες εταιρείες διακινούσαν την περίοδο εκείνη.

Το επιχείρημα έπεσε στο κενό. «Από πότε η πτώχευση θεωρείται αδίκημα;», ρώτησε ένας από τους δικηγόρους του κ. Λέι. Από τότε, που η πτώχευση είναι συνέπεια εκτεταμένης απάτης.

Η χρεοκοπία της Enron συνέπεσε με την απαρχή μιας εποχής εξυγίανσης των εταιρειών και υιοθέτησης αυστηρής νομοθεσίας, αν και η σχετική Νομοθετική Πράξη των Σαρμπάνη-Οξλεϊ θεωρήθηκε υπερβολική αντίδραση από ορισμένους επιχειρηματίες. Οι περιορισμοί, που θέτει, θεωρείται ότι προσθέτουν παράλογο βάρος σε όλες τις εταιρείες, για να καταστεί δυνατό να ελεγχθούν οι λίγες αποκλίνουσες. «Στην Αμερική δεν τιμωρούμε όσους ρισκάρουν», διεκήρυξαν οι δικηγόροι του κ. Λέι. Το δικαστήριο, βέβαια, διαπίστωσε ότι οι κ. Σκίλινγκ και Λέι είχαν κατά πολύ υπερβεί τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ρίσκου και εγκλήματος.