ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κραδασμούς προκαλεί το διαζύγιο BAE Systems – Airbus

Τον Απρίλιο η BAE Systems αποφάσισε να αποχωρήσει της 30χρονης συμμαχίας της με την Airbus, προκαλώντας σοκ στη Βρετανία· πάντως, ορισμένοι παραδέχθηκαν ότι κάποιες φορές ακόμα κι ένα ζευγάρι παντρεμένο πολλά χρόνια μπορεί να φθάσει στον χωρισμό.

Ούτως ή άλλως οι Βρετανοί είχαν μια πολύ χλιαρή αντίδραση ως προς τις προοπτικές αυτού του ευρωπαϊκού αεροναυπηγικού εγχειρήματος ήδη από την αρχή, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν επρόκειτο να συμμετάσχει στη γερμανογαλλική κοινοπραξία. Εκτοτε πέρασε μια δεκαετία έως ότου το 1979 να εισέλθει η τότε κρατική BAE Systems στην Airbus.

H τωρινή της αποχώρηση θα επιφέρει αλλαγές όχι μόνο στην ίδια αλλά και στην Airbus, η οποία διαπιστώνει ότι η δομή της αλλάζει τόσο σε επίπεδο ιδιοκτησίας όσο και λήψης αποφάσεων. Αλλωστε, η BAE Systems δεν είχε ποτέ θεωρήσει εαυτόν ως κατασκευάστρια αεροσκαφών πολιτικής αεροπορίας, δηλώνοντας ότι το ενδιαφέρον της στην Airbus είναι οικονομικό και όχι στρατηγικό. Το 2000, όταν έλαβε μορφή εταιρείας η Airbus, η BAE εξασφάλισε το δικαίωμα να πωλήσει το μερίδιό της του 20% και πάλι στη μητρική EADS, που διατηρεί το 80%.

Κατά τον Γκούσταβ Χούμπερτ, διευθύνοντα σύμβουλο της Airbus, η πώληση του μεριδίου της BAE δεν συνιστά απόφαση που σχετίζεται με τη βιομηχανική οπτική της δραστηριότητάς της αλλά με την επιχειρηματική.

Το 2005 οι πωλήσεις των πολιτικών αεροσκαφών ισοδυναμούσαν σχεδόν με το ένα πέμπτο των πωλήσεων της βρετανικής εταιρείας και με το 15% των λειτουργικών της κερδών.

Βέβαια, ακόμα κι ένα συναινετικό διαζύγιο προκαλεί κραδασμούς. Το κύριο άρθρο του Observer εκτιμά ότι η αποχώρηση της BAE είναι μια πράξη απερισκεψίας που θα αποβεί καταστροφική για τους υπαλλήλους και τους μετόχους της.

«Σε μεγάλο βαθμό οι συναισθηματικές αντιδράσεις έχουν να κάνουν περισσότερο με το εθνικό αίσθημα της υπερηφάνειας και όχι τόσο με την ψυχρή οικονομική λογική», δήλωσε ο Ρίτσαρντ Αμπουλάφια, της εταιρείας συμβούλων Teal Group.

Στην πραγματικότητα, από την ιδιωτικοποίησή της το 1981 και μετά, η BAE Systems έδινε έμφαση κυρίως στο να εξασφαλίσει συμβόλαια από τις δυο χώρες με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στον κόσμο, τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Λόγου χάριν, στη δεκαετία του ’80 η σαουδαραβική κυβέρνηση αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη διεθνή της πελάτισσα, καθώς η ΒΑΕ εξόπλισε την πολεμική της αεροπορία με μαχητικά αεροσκάφη και εξασφάλισε εκπαιδευτικά προγράμματα για τους χειριστές της. Αν και το ύψος των συμβολαίων της Σαουδικής Αραβίας ουδέποτε αποκαλύφθηκε επισήμως, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια προσέφερε στο βρετανικό όμιλο περί τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια τουλάχιστον.

Εντούτοις, σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 αντιμετώπιζε προβλήματα. Τα μεγαλύτερά συμβόλαιά της με το βρετανικό ναυτικό εμφάνισαν τεράστιες υπερβάσεις, οι οποίες λίγο έλειψαν να κλονίσουν την ίδια την προοπτική επιβίωσης της BAE Systems. Οι σχέσεις της με τη βρετανική κυβέρνηση ήταν τεταμένες επί σειρά ετών, δίνοντας ένα ακόμα κίνητρο στην εταιρεία να επιζητήσει τη διαφοροποίηση της πελατειακής της βάσης.

«Η BAE ήταν αποφασισμένη να μην αναλάβει και πάλι τους κινδύνους που είχε επωμιστεί στο παρελθόν με το βρετανικό υπουργείο Αμύνης», υπογράμμισε ο Τόνι Εντουαρντς, πρόεδρος της Air League και πρώην επικεφαλής του τμήματος αμυντικών εξαγωγών της κυβέρνησης της Βρετανίας. Το 1999 η BAE Systems εξαγόρασε τη βρετανική εταιρεία GEC-Marconi με δραστηριότητες στα ηλεκτρονικά συστήματα, η οποία είχε ήδη εδραιώσει καλές σχέσεις με το Πεντάγωνο. Στη συνέχεια ακολούθησαν άλλες στρατηγικές εξαγορές στις ΗΠΑ, ενώ σήμερα πλέον η εταιρεία επέχει θέση μεγάλης εργολάβου αμυντικών προμηθειών εκεί. Το ένα τρίτο των παραγγελιών της, συνολικού ύψους 59,8 δισ. στερλινών, προέρχονται από τη Βόρειο Αμερική.

Στο σημείο αυτό έγκειται και η διαφορά της ως προς τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές της -EADS, Thales- ειδικά στη νέα τάξη πραγμάτων, όπως αυτή αναδύθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Με δεδομένη την προϋπηρεσία της στην αμερικανική αγορά, είχε εξασφαλίσει τις θετικές αντιδράσεις, ειδικά όταν επρόκειτο η Ουάσιγκτον να εκχωρήσει συμβόλαια που αφορούσαν ευαισθητους τομείς, όπως η εθνική ασφάλεια.

Ο φθόνος που αισθάνονται στην Ευρώπη για την BAE Systems εύκολα γίνεται κατανοητός. O αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ ανέρχεται σε 500 δισεκατομμύρια δολάρια, όταν ο αντίστοιχος στην Ευρωπαϊκή Ενωση φθάνει συνολικά τα 230 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Επιπροσθέτως, η ευρωπαϊκή αγορά αμυντικού εξοπλισμού τελεί υπό αυστηρό καθεστώς προστατευτισμού και είναι κατακερματισμένη.

Βέβαια, προσφάτως τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης συμφώνησαν σε έναν εθελοντικό κώδικα κοινών αρχών με στόχο να κάνουν πιο ανοικτό το σύστημα προσφορών για συμβόλαια αμυντικού εξοπλισμού. Παρά ταύτα, τέτοιες πρωτοβουλίες για έναν κολοσσό όπως η BAE Systems απλώς συνιστούν μία προσαύξηση σε όσα ήδη αποκομίζει.

Οπως η ίδια η εταιρεία εκτιμά, οι προτεραιότητες των ΗΠΑ τα επόμενα χρόνια ενδεχομένως να σχετίζονται με την υποστήριξη των επιχειρήσεών τους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, καθώς και με τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες τηλεπικοινωνιών και παρακολούθησης. Επιπλέον, όπως υπογραμμίζουν αναλυτές, ανεξαρτήτως των εντόνων αντιδράσεων για την αμερικανική παρουσία στο Ιράκ, η Ουάσιγκτον είναι πρόθυμη να διοχετεύσει γενναία ποσά στην εθνική ασφάλεια.

Εν τω μεταξύ, οι αρμόδιοι νομικοί διαπραγματεύονται το τίμημα της πώλησης του μεριδίου της BAE Systems· οι προβλέψεις θέλουν τη διαδικασία αυτή να αποφέρει από 3,5 έως 6 δισεκατομμύρια στερλίνες στον βρετανικό όμιλο αεροναυπηγικής. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η απομάκρυνση από την Airbus θα επηρεάσει σαφώς και τη την EADS, τη μητρική της εταιρεία. «Από τη μια πλευρά απλουστεύεται η διοίκηση με την αποχώρηση μιας μεγάλης μετόχου, αλλά παράλληλα αναφύεται μια σοβαρή πρόκληση», καταλήγει ο Ρίτσαρντ Αμπουλαφία. «Δύο από τις μεγαλύτερες μετόχους, η Daimler-Chrysler και η Lagardere, μείωσαν τον Απρίλιο το μερίδιό τους στην EADS· οπότε ενώ μέχρι πρότινος η EADS στο χρηματιστήριο διέθετε μειοψηφικό πακέτο μετοχών, τώρα αρχίζει το πακέτο να γίνεται πλειοψηφικό».