ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Η Αμερική του Μπους παρακολουθεί με κρυφή ικανοποίηση το κραχ στις αναδυόμενες αγορές. Το παιχνίδι που συναθροίζει τους κερδοσκοπικούς δαίμονες σε κοινό μέτωπο κατά των χρηματιστηρίων και των νομισμάτων των αναδυόμενων οικονομιών, ευνοεί το δολάριο και πλήττει παράλληλα την αναδυόμενη αγορά της Ρωσίας. Στόχος, η δημιουργία κλίματος domino effect στην ψυχολογία των αγορών εν όψει της συνόδου του οικονομικού G8, που πραγματοποιείται σε 15 μέρες για να προετοιμάσει τη σύνοδο κορυφής. H Ρωσία δεν είναι ακόμη ισότιμο μέλος του οικονομικού G8.

Στη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών, η Ρωσία θα είναι απλώς απλός παρατηρητής και δεν μπορεί να συμετέχει επισήμως στο τραπέζι των συζητήσεων με τους υπουργούς Οικονομικών των «Επτά». Θεωρούν ότι δεν είναι αξιόπιστη ακόμη η Ρωσία του Πούτιν να συζητήσει μαζί τους κρίσιμα θέματα οικονομίας και δολαρίου που ενδιαφέρουν τους διεθνείς επενδυτές!!!

Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η τρέχουσα αναταραχή στις αναδυόμενες παίρνει διαστάσεις παρόμοιες της κρίσης που προκάλεσε τη χρεοκοπία της Ρωσίας το 1998. H Ρωσία εξαναγκάστηκε τότε να κηρύξει παύση πληρωμών στο εσωτερικό της χρέος και να προχωρήσει στην υποτίμηση του ρουβλίου τη Δευτέρα 17 Αυγούστου του 1998. Φυσικά είχε προηγηθεί το γκρέμισμα των αναδυόμενων αγορών της Ασίας το 1997.

H Ρωσία θα προεδρεύσει της πρώτης συνόδου κορυφής των «Οκτώ» ηγετών του κόσμου, που θα πραγματοποιηθεί στις 15-17 Ιουλίου στην Αγία Πετρούπολη, γενέτειρα του Πούτιν. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας, Μπόρις Γέλτσιν, προσκλήθηκε για πρώτη φορά σε σύνοδο κορυφής των «Επτά» το 1997 με αξιοθρήνητη την εικόνα της κοινωνίας, άθλια την οικονομία και με τραγικά αδιέξοδα της ρωσικής δημοκρατίας που θύμιζαν προ-χιτλερική Γερμανία και στη συνέχεια την έκαναν πλήρες πολιτικό μέλος.

Η Ουάσιγκτον υπονομεύει σκαιά τον Πούτιν και αυτός αντιδρά. O Ρώσος ηγέτης, από την πλευρά του, έσπευσε να πυροδοτήσει εντέχνως το ταπεινωτικό για την Αμερική «σύνδρομο» σχετικά με τις προθέσεις των κεντρικών τραπεζών για τη διαφοροποίηση των συναλλαγματικών διαθεσίμων τους. Οι προχθεσινές δηλώσεις των νομισματικών αρχών της Ρωσίας(!) για σημαντική αναδιάρθρωση των δολαριακών της διαθεσίμων υπέρ του ευρώ, επανέφεραν στο προσκήνιο τις δομικές αδυναμίες της αμερικανικής οικονομίας και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ. O υπουργός Οικονομικών Alexei Kudrin δήλωσε ότι η χώρα του θα επενδύσει σε ευρώ το 45% του ύψους 71,5 δισ. δολαρίων ειδικού ταμείου (stabilization fund) που περιλαμβάνει τα δολαριακά διαθέσιμα που αποκτώνται από τις πωλήσεις πετρελαίου. Δηλαδή, 45% σε δολάρια, 45% σε ευρώ και 10% σε στερλίνες! Το προηγούμενο ποσοστό ήταν 25-30% σε ευρώ και τα υπόλοιπο σε δολάρια. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα και ο χρυσός που κατέχει η Ρωσία αυξήθηκαν στα επίπεδα-ρεκόρ των 236,7 δισ. δολαρίων στις 19 Μαΐου, που σημαίνει ετήσια αύξηση της τάξεως του 38%.

Θεία τύχη για τη Ρωσία, καθώς κυριαρχούν το θέμα των κραδασμών που προκαλούται από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου στην παγκόσμια οικονομία και οι παρενέργειες του κρίσιμου ενεργειακού προβλήματος. Και τα δύο θέματα εξυπηρετούν πρωτίστως τη Μόσχα, που επιθυμεί διακαώς να επαναπροσδιορίσει τις γεωπολιτικές της προτεραιότητες, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τη νομότυπη αναγνώριση των προθέσεών της από τη Δύση.

Αφού αφιέρωσε ο Πούτιν τα δύο τελευταία χρόνιαπροσπαθώντας να θέσει υπό έλεγχο την πετρελαϊκή βιομηχανία της χώρας (με την εκπαραθύρωση Χοντορκόφσκι της Yukos και με ανακατατάξεις στη μετοχική σύνθεση των μεγάλων εταιρειών πετρελαίου) και να καταστήσει πάλι το Κρεμλίνο κυρίαρχο των εξελίξεων, απομακρύνοντας από το προσκήνιο τους κλεπταποδόχους ολιγάρχες, τώρα έφθασε η στιγμή του επαναπροσδιορισμού της γεωπολιτικής θέσης της χώρας. Αυτό θα επιτευχθεί μέσα από μια εύστροφη πολιτική ραγδαίας ανάπτυξης και σώφρονος διαχείρισης της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ηδη η Ρωσία παράγει 9,5 εκατ. βαρέλια αργού την ημέρα, ένα μεγάλο μέρος των οποίων εξάγει, ενώ μετά την ανάπτυξη των νέων υπό ανάπτυξη πεδίων στη Σιβηρία και τη νήσο Σαχαλίνη στην Απω Ανατολή, η παραγωγή αναμένεται να ξεπεράσει σύντομα τα 11 εκατ. βαρέλια πλησιάζοντας αυτή της Σαουδικής Αραβίας και με προοπτική για περαιτέρω αύξηση. Αν και δεν διαθέτει τόσο μεγάλα αποθέματα πετρελαίου όσο οι χώρες της Μέσης Ανατολής, λόγω μεγέθους η Ρωσία δεν έχει ακόμη εξερευνηθεί πλήρως. Στο φυσικό αέριο, όμως, διαθέτει αναλογικά τα μεγαλύτερα αποθέματα του κόσμου (26,7%) που ανέρχονται περίπου στα 1.700 τρισ. κυβικά μέτρα (το Ιράν διαθέτει 970 τ.κ.μ., το Κατάρ 910 τ.κ.μ. και η Σ. Αραβία 240 τ.κ.μ.).

Ο έλεγχος της Ρωσίας στα αποθέματα φυσικού αερίου που βρίσκονται στην Ευρώπη -ακόμη και όταν μεγάλο μέρος αυτού του αερίου πηγάζει από πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, διέρχεται όμως από ρωσικούς αγωγούς- έχει ενισχύσει επίσης την αποφασιστικότητα του Πούτιν να συγκρατήσει την Ουκρανία και τη Γεωργία από την ταχεία ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Η σύνοδος του G8 στην Αγία Πετρούπολη, τον Ιούλιο, απέχει μόνο μερικές εβδομάδες. Ο χρόνος που απομένει μέχρι τη διευθέτηση πολιτικών διαφωνιών, οι οποίες θα μπορούσαν να αμαυρώσουν τη μεγάλη στιγμή του Πούτιν στο διεθνές προσκήνιο, μετράει αντίστροφα. Η πτώση της δημοτικότητας του προέδρου Μπους είναι συνεχής. Ενώ το ποσοστό αποδοχής του Πουτιν είναι 72%, παραπάνω από το μισό της δημοτικότητας που απολαμβάνει ο Μπους στη χώρα του.

Η πρόσφατη ομιλία του αντιπροέδρου Ντικ Τσένι, με την οποία επέκρινε τη δημοκρατικότητα του Πούτιν, έγινε εσχάτως πρωτοσέλιδο. Ωστόσο, η πραγματική είδηση στις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις είναι η αλλαγή της τύχης που κατέστησε τον Πούτιν τον έμπιστο ηγέτη και τον Μπους τη μεταβατική προσωπικότητα, που ηγείται ενός διχασμένου έθνους. Οι αμερικανικές πένες καταγγέλλουν ότι το πνεύμα υπεροψίας που ήταν τόσο προφανές στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Μπους μετανάστευσε από τον Λευκό Οίκο στο Κρεμλίνο του Πούτιν, στο προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρε του Ούγκο Τσάβες και σε άλλες πλούσιες σε πετρέλαιο και αέριο χώρες. Οι πετρελαιοπαραγωγοί απολαμβάνουν ονειρεμένα έσοδα σε δολάρια, ενώ ο Μπους προσπαθεί να διαχειριστεί μια δυσχερή εξωτερική πολιτική και πρωτοφανή ελλείμματα στον προϋπολογισμό και το εμπορικό ισοζύγιο.