ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στα υψηλά εξαμήνου οι τοποθετήσεις σε ευρωπαϊκές μετοχές

Μήνας αυξημένης μεταβλητότητας για τις χρηματοοικονομικές αγορές θα είναι ο Δεκέμβριος, σύμφωνα με έρευνα του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters, που στηρίχθηκε πάνω σε στοιχεία και εκτιμήσεις 45 επενδυτικών εταιρειών στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, τη Βρετανία και την ηπειρωτική Ευρώπη.

Οι τοποθετήσεις σε μετοχές αναμένεται να αυξηθούν στο υψηλότερο επίπεδο του τελευταίου εξαμήνου, καθώς ήδη έχει καταγραφεί μεγαλύτερη έκθεση από τα τέλη του Νοεμβρίου, ιδιαίτερα μεταξύ των ευρωπαϊκών εταιρειών. Ενισχυμένη φαίνεται πως θα είναι και η «δημοτικότητα» της αγοράς σταθερού εισοδήματος. Αντίθετα, σε χαμηλότερα επίπεδα αναμένεται να κυμανθούν οι τοποθετήσεις σε ρευστό, επιτείνοντας την πτωτική πορεία τους. Σε ένα υποθετικό μεικτό χαρτοφυλάκιο, οι μετοχές εκπροσωπούν το 61,1% από το 60,8% που ίσχυε ένα μήνα πριν, αντικατοπτρίζοντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο, όπως αναφέρεται στην εν λόγω έρευνα. Υπενθυμίζουμε πως τότε είχε επικρατήσει κλίμα αναστάτωσης στις αναδυόμενες αλλά και ώριμες αγορές, που οδήγησε σε μεγάλη ρευστοποίηση τοποθετήσεων στα χρημαριστήρια.

Τα ομόλογα κάλυπταν το 32,6% του χαρτοφυλακίου από το 32,5% του Οκτωβρίου και τα διαθέσιμα αντανακλούν το 3,8% από το 3,9% προ δύο μηνών. Πρόκειται για το ναδίρ σε τοποθετήσεις ρευστού από τον Φεβρουάριο του 2005, ενώ σε ανάλογα επίπεδα κυμαίνονταν και τον προηγούμενο Απρίλιο.

Το στοιχείο της μεταβλητότητας συνδέεται με το δολάριο, το οποίο την περασμένη εβδομάδα είχε αποδυναμωθεί για να επανακάμψει έως κάποιο σημείο εντός της τρέχουσας εβδομάδας. Ως εκ τούτου, οι εκτιμήσεις των εταιρειών, έτσι όπως διατυπώθηκαν μία εβδομάδα πριν, εμπεριέχουν το στοιχείο αυτό, καθώς το δολάριο είναι το επικρατέστερο μέσο για την πραγματοποίηση επενδύσεων.

Κοινή πεποίθηση είναι πως οι μετοχές θα παρουσίασουν φέτος όπως και πέρυσι υπεραποδόσεις.

Από τις αρχές του έτους, ο παγκόσμιος δείκτης MSCI αναρριχήθηκε κατά 16%. Ολοι φαίνεται να συμφωνούν πως η περαιτέρω επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας θα είναι ήπια και δεν θα επηρεάσει τις επιδόσεις της παγκόσμιας οικονομίας ή τις τάσεις στις χρηματοοικονομικές αγορές.