ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το πετρέλαιο ενώνει Κινέζους και Αραβες

Η μια καταβάλει κάθε προσπάθεια σύσφιγξης των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων με μια περιφέρεια «εύφλεκτη», πλην όμως μείζονος σημασίας για τη συντήρηση του φρενήρους ρυθμού ανάπτυξής της. Η άλλη δείχνει να εκτιμά την προσέγγιση, εφόσον μάλιστα δεν συνοδεύεται από «ενοχλητικά» σχόλια περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικών θεσμών, ούτε από κατηγορίες για «υπόθαλψη τρομοκρατών», όπως εκείνες που έχει συνηθίσει από την Ουάσιγκτον. Ο λόγος περί Κίνας και Μέσης Ανατολής, ή αλλιώς για το «φλερτ» που αναπτύσσεται μεταξύ του νεόκοπου ασιατικού οικονομικού κολοσσού και μιας περιφέρειας που, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, θα τον εφοδιάζει με το 70% των πετρελαϊκών εισαγωγών του ώς το 2015.

«Ηγεμονία, κυριαρχία, ιμπεριαλισμός είναι έννοιες που συνδέονται με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Η Κίνα δεν είναι έτσι: οι Αραβες εκτιμούν την οικονομική ισχύ της, αλλά δεν τη θεωρούν πολιτική απειλή». Αυτή την εκτίμηση εξέφραζαν πρόσφατα κύκλοι του Λιβάνου, επιχειρώντας να εξηγήσουν τη συμπάθεια της οποίας απολαμβάνει η Κίνα ακόμα και από φίλα προσκείμενους προς τη Δύση. Οπως επισημαίνεται σε ειδική έρευνα του πρακτορείου «Ρόιτερς», το Πεκίνο προσεγγίζει με τον ίδιο ζήλο το Ιράν, τη Συρία και το Σουδάν, χώρες που βρίσκονται σε διαρκή ρήξη με τη Δύση, όσο και την υπ’ αριθμόν 1 πετρελαιοπαραγωγό χώρα του κόσμου, Σαουδική Αραβία. Και δεν διστάζει να συμμετάσχει στον καθαρισμό του Λιβάνου από νάρκες, σε μια απλή ένδειξη «καλής θέλησης» απέναντι στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, της οποίας την πολιτική σταθερότητα θεωρεί καίρια για την εξασφάλιση της πολυπόθητης ενεργειακής ασφάλειας.

Οι κινεζικές εισαγωγές αργού από χώρες του Κόλπου αυξάνονται διαρκώς και κινεζικές εταιρείες εδραιώνουν τη θέση τους στην περιοχή, της οποίας πάντως οι παραγωγοί δεν έχουν ακόμα εξασφαλίσει είσοδο στην άκρως δελεαστική καταναλωτική αγορά της Κίνας. Μπορεί η δεύτερη μεγαλύτερη εισαγωγός πετρελαίου του κόσμου να επέλεξε για το 2006 την Αγκόλα ως υπ’ αριθμόν 1 προμηθεύτριά της, έναντι της Σαουδικής Αραβίας. Ομως, η Μέση Ανατολή συνέχιζε, το τρίμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου, να καλύπτει το 48% των κινεζικών εισαγωγών «μαύρου χρυσού», έναντι 31% για την Αφρική και 6% για τη Λατινική Αμερική. Στις μεγάλες διμερείς συμφωνίες περιλαμβάνεται εκείνη της 31ης Ιουλίου, όταν το Πεκίνο έδωσε καταρχήν έγκριση σε κοινοπραξία διύλισης 5 δισ. δολαρίων μεταξύ της κρατικής Sinopec και της Kuwait Petroleum Corp στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ. Το εργοστάσιο, με παραγωγική δυνατότητα 300.000-350.000 βαρελιών ημερησίως, θα είναι η μεγαλύτερη κοινοπραξία της Κίνας στα πετροχημικά.

Η Sinopec πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις από το 2004, όταν υπέγραψε 10ετή συμφωνία με τη Saudi Aramco για την ανάπτυξη του κοιτάσματος φυσικού αερίου στο Γκαουάρ της Σαουδικής Αραβίας, το πλουσιότερο του κόσμου. Τότε ήταν που έλαβε άδεια για τη διεξαγωγή ερευνών σε σχεδόν 40.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα στην έρημο Ρουμπ αλ-Χαλί, επίσης στη Σαουδική Αραβία, και επισφράγισε συμφωνία 70 δισ. δολαρίων με το Ιράν για την αγορά 250 εκατ. τόνων υγροποιημένου φυσικού αερίου σε 30 χρόνια και τη συμμετοχή της κατά 50% στην πετρελαιοφόρο περιοχή Γιανταβαράν της υπ’ αριθμόν 2 παραγωγού χώρας του ΟΠΕΚ. Την ίδια χρονιά, η Zhuhai Zhenrong, μια από τις τέσσερις μεγάλες κρατικές εταιρείες εμπορίας πετρελαίου της Κίνας, συμφώνησε να αγοράσει από την Τεχεράνη περισσότερους από 110 εκατ. τόνους υγροποιημένου φυσικού αερίου αντί 20 δισ. δολαρίων και για 25 χρόνια από το 2008. Και το 2005, Sinopec και Exxon Mobil υπέγραψαν συμφωνία 3,5 δισ. δολαρίων με τη Saudi Aramco για κοινοπραξία διύλισης και χημικών στην επαρχία Φουτζιάν της Κίνας.

Η συμφωνία αυτή θα τριπλασιάσει την παραγωγική δυνατότητα του διυλιστηρίου στα 12 εκατ. τόνους ετησίως, ήτοι 230.000 βαρέλια ημερησίως, δεν έχει ωστόσο ακόμα οριστικοποιηθεί. Σήμερα, η Sinopec διεξάγει συνομιλίες με τη Saudi Aramco για την επένδυση σε εργοστάσιο στο Κινγκντάο. Η China National Petro-leum Corp (CNPC) διαπραγματεύεται με την κρατική ιρανική NIOC την ανάπτυξη της πετρελαιοφόρου περιοχής Κις στον Κόλπο. Από κοινού με την οπλοβιομηχανία Νori-nco, άλλωστε, αναβιώνουν συμφωνία 700 εκατ. δολαρίων, που χρονολογείται από την εποχή του Σαντάμ Χουσεΐν, για την πετρελαιοπηγή των 90.000 βαρελιών ημερησίως στο Αχντάμπ, στο νότιο Ιράκ. Κινεζικές εταιρείες αναμένεται, τέλος, να κληθούν από το Κουβέιτ να συμμετάσχουν σε πρόγραμμα 8,5 δισ. δολαρίων για την αύξηση της παραγωγής αργού από τα κοιτάσματα στα βόρεια του εμιράτου.

Ο χάρτης αλλάζει

Η οικονομική διείσδυση της Κίνας στη Μέση Ανατολή προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα στην Ουάσιγκτον, για την οποία η περιφέρεια υπήρξε για πολλά χρόνια ζωτική σφαίρα επιρροής και βασική προμηθεύτρια ενέργειας.

Ο συνδυασμός πολιτικού ελέγχου και οικονομικής ανάπτυξης έχει αποδειχθεί ελκυστικός όχι μόνο για τις λοιπές πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του Κόλπου αλλά και για την επί μακρόν σύμμαχο των ΗΠΑ, Σαουδική Αραβία, για την οποία η Κίνα ενδεχομένως να αποτελεί όχι μόνο μια περιζήτητη αγορά για πετρέλαιο και επενδύσεις, αλλά και το «αντίπαλο δέος» στην αμερικανική κυριαρχία. Πάντως, η έλλειψη στρατιωτικής ισχύος στην περιοχή, αλλά και η ιδιότητα του «καινούργιου» στις τάξεις των οικονομικών υπερδυνάμεων, πείθει κάποιους ότι το Πεκίνο δεν θα μπορούσε ή δεν θα ήταν πρόθυμο να αμφισβητήσει την αμερικανική υπεροχή, τουλάχιστον σήμερα.