ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέο κύμα ανακατατάξεων στον πετρελαϊκό κλάδο

Μπορεί οι πετρελαϊκοί κολοσσοί να ανταγωνίζονται μόνον με τους τραπεζικούς σε ό,τι αφορά την υψηλή κερδοφορία τους, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι και αυτές δεν αναζητούν οικονομίες κλίμακος και δεν επιδιώκουν τη γιγάντωση εν μέσω περιβάλλοντος ανταγωνισμού. Η αγορά τους όμως έχει και μια σημαντική ιδιαίτερότητα, καθώς το προϊόν, το οποίο αντλούν, διϋλίζουν, εμπορεύονται και διακινούν, αποτελεί πολύτιμο φυσικό πόρο, ελεγχόμενο κατ’ ουσίαν, από εθνικές κυβερνήσεις. Από αυτήν την άποψη, οι μεγάλες, ελεγχόμενες από το δημόσιο πετρελαϊκές εταιρείες, όπως είναι η Gazprom, έχουν ορισμένα πλεονεκτήματα.

Σε ό,τι αφορά τους ιδιωτικούς πετρελαϊκούς κολοσσούς, η τελευταία εντυπωσιακή συγχώνευση έγινε το 1998, ανάμεσα στην Exxon και τη Mobil. Η σημερινή ExxonMobil απασχολεί 80.000 υπαλλήλους, ενώ ως ανεξάρτητες εταιρείες οι δύο απασχολούσαν συνολικά προηγουμένως περί τα 130.000 άτομα. Από τη μείωση και μόνον του προσωπικού έχουν εξοικομηθεί από το 1998 περί τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Στις αγορές κυκλοφορεί έντονα το τελευταίο διάστημα ότι θα ξεσπάσει νέο κύμα ανακατατάξεων στον κλάδο, το οποίο θα δυναμιτισθεί, κατά πάσα πιθανότητα, από τη δεδηλωμένη «όρεξη» κολοσσών, κυρίως ρωσικών, για συγχωνεύσεις μεταξύ τους, αλλά και για εξαγορές εταιρειών που θα τους επιτρέψουν την αμεσότερη επαφή με το ευρύ καταναλωτικό κοινό, ήτοι εταιρειών που ποικίλουν, από τη διαχείριση δικτύων διανομής φυσικού αερίου μέχρι και πρατηρίων βενζίνης. Εντονη λοιπόν είναι η φήμη και για μια εντυπωσιακή συγχώνευση στον δυτικό κόσμο, που θα αφορά τις BP και Shell.

Ενας δεύτερος παράγοντας, πέραν της δημιουργίας κολοσσών ελεγχομένων από εθνικές κυβερνήσεις, ο οποίος καθιστά ολοένα και πιο πιεστική την ανάγκη συγχωνεύσεων ανάμεσα σε ιδιωτικές εταιρείες, συνδέεται με τον αποκαλούμενο «ενεργειακό πατριωτισμό». Πρόκειται για την τάση που είναι σαφής σε χώρες όπως η Ρωσία, η Βενεζουέλα και η Βολιβία, για την προστασία ή την καλυτερη εκμετάλλευση προς ίδιον οικονομικό όφελος των ενεργειακών κοιτασμάτων τους. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδιωτικές πετρελαϊκές εταιρείες θα πληρώνουν στο εξής ολοένα και μεγαλύτερα δικαιώματα για την ανάπτυξη των προς εκμετάλλευση κοιτασμάτων ή για τη συνεχιζόμενη πρόσβαση σε αυτά, καθώς και ότι ο πολιτικός κίνδυνος που θα αντιμετωπίζουν δραστηριοποιούμενες σε χώρες όπως οι προαναφερόμενες θα είναι αυξημένος. Ολα αυτά συνεπάγονται αυξανόμενο κόστος, το οποίο, για να αντιμετωπισθεί, θα απαιτήσει τη δημιουργία ολοένα και μεγαλύτερων εταιρειών, με ολοένα και περισσότερες επενδυτικές ικανότητες.

Εμπειρογνώμονες εκτιμούν επίσης ότι οι ιδιωτικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί θα θελήσουν να ακολουθήσουν τα χνάρια των ρωσικών εταιρειών, οι οποίες αντιλαμβάνονται ότι για να αυξήσουν τα περιθώρια κέρδους τους, πρέπει να επεκταθούν και σε άλλες δραστηριότητες και αγορές, όπως είναι αυτή της λιανικής. Η αγορά της παροχής υπηρεσιών στον πετρελαϊκό κλάδο θεωρείται επίσης ιδιαίτερα κερδοφόρος, και έτσι, πέραν των πιθανολογούμενων εντυπωσιακών εξαγορών και συγχωνεύσεων ανάμεσα σε εταιρείες-παραγωγούς, ενδέχεται να εκδηλωθεί εκ μέρους τους στο ορατό μέλλον και κύμα εξαγορών άλλων εταιρειών, με δραστηριότητες συναφείς ή συμπληρωματικές των δικών τους.