ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΗΠΑ – Κίνα: Διάλογος μεταξύ ίσων

Σε καλό κλίμα ολοκληρώθηκαν χθες στο Πεκίνο οι σινοαμερικανικές επαφές, των οποίων βασικά θέματα της ημερήσιας διάταξης της διήμερης συνάντησης ήταν το περαιτέρω άνοιγμα της κινεζικής αγοράς σε αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και η εκτόνωση της έντασης που επικρατεί ανάμεσα στις δύο χώρες με αφορμή τη συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου – γουάν. Με τη συνάντηση αυτή εγκαινιάσθηκε ο «στρατηγικός οικονομικός διάλογος» που αποφάσισαν οι δύο πλευρές προσφάτως και ο οποίος θα διεξάγεται σε τακτικά χρονικά διαστήματα σε επίπεδο υπουργών. Οπως δήλωσε χθες, με την ολοκλήρωση των πρώτων αυτών επαφών, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, κ. Χένρι Πόλσον, «κάθε πλευρά θα λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών της παγκόσμιας οικονομίας, επιδιώκοντας κυρίως να αυξηθεί η εθνική αποταμίευση στις ΗΠΑ και να βελτιωθεί η εγχώρια κατανάλωση αλλά και ο βαθμός συναλλαγματικής ευελιξίας στην Κίνα… στόχο αποτελεί επίσης η εξασφάλιση της δυνατότητας για την απρόσκοπτη υλοποίηση επενδύσεων και στις δύο χώρες».

Πέραν των γενικόλογων επιτευγμάτων, οι επικεφαλής των δύο πλευρών, ο κ. Πόλσον από τις ΗΠΑ και η αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Πεκίνου, κ. Βου Γι, συμφώνησαν τόσο ότι η αγορά της Νέας Υόρκης, NYSE αλλά και η Nasdaq, θα ανοίξουν γραφεία στο Πεκίνο όσο και ότι η Ουάσιγκτον δεν θα προβάλει εμπόδια στην προσπάθεια της Κίνας να γίνει μέλος της Inter-American Development Βank.

Ο Αμερικανός αλλά και η Κινέζα αξιωματούχος εμφανίσθηκαν μεν ικανοποιημένοι, αλλά και «προσγειωμένοι» μετά την πρώτη αυτή σημαντική συνάντηση, με τον πρώτο να περιγράφει τις συνομιλίες ως «παραγωγικές» και τη δεύτερη να εξηγεί ότι οι δύο πλευρές δεν συμφώνησαν σε όλα, «αλλά αυτό είναι κατανοητό, δεδομένων των οικονομικών διαφορών ανάμεσα στην Κίνα και τις ΗΠΑ».

Στην αποστολή του κ. Πόλσον, ο οποίος δέχεται μεγάλες πιέσεις για να πείσει το Πεκίνο να αφήσει το εθνικό νόμισμα της Κίνας να ανατιμηθεί -θέμα, το οποίο στις ΗΠΑ πολλοί θεωρούν ότι αποτελεί την πηγή των προβλημάτων της χώρας αναφορικά με το τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου της τρεχόντων λογαριασμών- συμμετείχε και ο πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, κ. Μπεν Μπερνάνκι. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι ένα ισχυρότερο γουάν θα ενισχύσει μελλοντικά τους αναπτυξιακούς ρυθμούς της κινεζικής οικονομίας, καθώς και την οικονομική σταθερότητα, διότι θα επέτρεπε στη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας μεγαλύτερο έλεγχο της νομισματοπιστωτικής πολιτικής της. Σε προετοιμασμένες δηλώσεις του, ο κ. Μπερνάνκι υποστήριξε ότι το υποτιμημένο γουάν αποτελεί «κατ’ ουσίαν μία επιδότηση» προς τις κινεζικές εξαγωγικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, λίγο αργότερα όταν διάβασε τις ίδιες δηλώσεις ενώπιον της Κινεζικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών δεν επανέλαβε την αναφορά του στο θέμα της «επιδότησης».

Αν και οι δύο πλευρές εμφανίζονται να συναινούν σε μια αργή πορεία «γνωριμίας» και προσέγγισης, που επιδιώκουν να διεξαχθεί σε ήπιους τόνους, άξια αναφοράς είναι η παρατήρηση που δημοσιεύθηκε σε άρθρο της διεθνούς έκδοσης της επίσημης κινεζικής εφημερίδας People’s Daily: «Χωρίς το εμπόριο με την Κίνα, από τη δεκαετία του ’90, η αμερικανική οικονομία δεν θα είχε διανύσει ποτέ την πρωτόγνωρη στην ιστορία της περίοδο υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών, απουσία πληθωριστικών πιέσεων…».