ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ψηφίζοντας με το καρότσι του σούπερ μάρκετ

Είναι δυνατόν το καρότσι του σούπερ μάρκετ να εκθρονίσει την κάλπη; Αν και τις τελευταίες δεκαετίες η συμμετοχή των ψηφοφόρων στις εκλογικές διαδικασίες σημειώνει σταθερή πτώση στις περισσότερες από τις ανεπτυγμένες χώρες, το Δίκαιο Εμπόριο (Fairtrade) και η προώθηση των ντόπιων προϊόντων αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς. Τα τρόφιμα αυτού του είδους δίνουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές κάθε φορά που ψωνίζουν, να εκφράζουν τις πολιτικές τους θέσεις, από την περιβαλλοντική τους αγωνία ώς τη στήριξη των φτωχών αγροτών.

«Και οι καταναλωτές δεν χάνουν την ευκαιρία αυτή», σημειώνει η Μάριον Νέσλι, διατροφόλογος στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και συγγραφέας των βιβλίων «Η πολιτική των τροφίμων» (2002) και «Τι να τρώμε» (2006). «Αυτό που ακούω από τους ανθρώπους, με τους οποίους συζητώ, είναι ότι αισθάνονται τραγικά αδύναμοι να κάνουν κάτι για να αποτρέψουν την αλλαγή του κλίματος ή για την ανισότητα πλουσίων και φτωχών», λέει η κ. Νέσλι. «Οταν όμως μπαίνουν στο παντοπωλείο, κάτι μπορούν να κάνουν, να αποφασίσουν τι θα αγοράσουν και να στείλουν ξεκάθαρα ένα μήνυμα».

Ο Ιαν Μπρέτμαν της Διεθνούς Οργάνωσης Σήμανσης του Δίκαιου Εμπορίου (FLO), μιας οργάνωσης-ομπρέλας για το Δίκαιο Εμπόριο, προσθέτει ότι η στάση αυτή έχει θετικό αντίκτυπο. Πριν από τα βιολογικά προϊόντα και την κατανάλωση βάσει ηθικών αρχών, ο συνηθισμένος τρόπος να εκφράσει κάποιος την πολιτική του άποψη μέσω των τροφίμων ήταν τα μποϊκοτάζ. Με τα σημερινά δεδομένα προβαίνουν οι πολίτες σε μια πολιτική πράξη μέσα από την κατανάλωση και όχι από την αποχή και αυτό αποδεικνύεται αποτελεσματικότερο. «Με το μποϊκοτάζ καταγγέλλεις τις εταιρείες και τις απομακρύνεις από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων», τονίζει ο κ. Μπρέτμαν.

Ο Κρις Γουίλι της οργάνωσης για την προστασία των τροπικών δασών, Rainforest Alliance, επισημαίνει ότι οι καταναλωτές έχουν πολύ περισσότερη δύναμη από αυτήν που νομίζουν. «Οι καταναλωτές βρίσκονται στο ένα άκρο της αλυσίδας προμηθειών και οι αγρότες στο άλλο», τονίζει ο κ. Γουίλι. «Οι καταναλωτές μπορούν να στείλουν ένα μήνυμα κι αν αυτό διατυπώνεται συχνά, σταθερά και με δυνατή φωνή, τότε μπορούν να αλλάξουν τις πρακτικές». Αλλωστε, η διεθνής βιομηχανία οργανικών τροφίμων δημιουργήθηκε από τους καταναλωτές, που ψήφισαν με τα χρήματά τους.

Ενας άλλος συγγραφέας, ο Μάικλ Πόλαν, με το πόνημά του «Το Δίλημμα των Παμφάγων», υπογραμμίζει ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ των πράξεων των ανθρώπων υπό την ιδιότητα των πολιτών, που λειτουργούν για το καλό της κοινωνίας, και των πράξεών τους ως καταναλωτών που λειτουργούν εγωιστικά. Οι επιλογές στην αγορά τροφίμων συνδυάζουν και συμφιλιώνουν τις δύο διαστάσεις των πράξεων.

Είναι όντως βιολογικό το μαρούλι;

Ωστόσο, ακόμα και ο προφανής ισχυρισμός ότι η βιολογική γεωργία είναι καλύτερη για το περιβάλλον από τη συμβατική, τίθεται εν αμφιβόλω. Ο όρος «βιολογική γεωργία» έχει διαφορετικούς ορισμούς, αλλά γενικά προβλέπει αυστηρούς περιορισμούς στη χρήση συνθετικών παρασιτοκτόνων και λιπασμάτων, καθώς προϋποθέτει την απαγόρευση των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών. Ο Πίτερ Μέλσετ της μεγαλύτερης οργάνωσης υπέρ της βιολογικής γεωργίας στη Βρετανία Soil Association, επισημαίνει ότι σήμερα οι άνθρωποι αγοράζουν τα βιολογικά προϊόντα όχι για λόγους υγείας, αλλά διότι ανησυχούν για την κατάσταση τους περιβάλλοντος.

Βέβαια, υπάρχουν και οι πολέμιοι του ρεύματος αυτού, με προεξάρχοντα τον Νομπελίστα πατέρα της «πράσινης επανάστασης», Νόρμαν Μπορλάουγκ, ο οποίος είναι ένθερμος θιασώτης των συνθετικών λιπασμάτων για την ενίσχυση της απόδοσης των καλλιεργειών. Οπως ισχυρίζεται, την πεντηκονταετία 1950-2000 η παγκόσμια παραγωγή δημητριακών τριπλασιάστηκε, αλλά η υπό χρήση γη επεκτάθηκε μόλις 10%. Στην οργανική γεωργία οι αποδόσεις των καλλιεργειών είναι μικρότερες και άρα απαιτείται περισσότερη καλλιεργήσιμη γη. Οσο εντατικότερα καλλιεργεί κανείς τη γη, τόσο περισσότερο προστατεύονται τα τροπικά δάση.

Ωστόσο, ο Λόρδος Μέλσετ υπενθυμίζει ότι τα τεχνητά λιπάσματα είναι ενεργοβόρα, διότι χρησιμοποιούν στην παρασκευή τους φυσικό αέριο. Ο Αντονι Τριουάβας, βιοχημικός του πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, αντιτείνει ότι η βιολογική γεωργία απαιτεί περισσότερη ενέργεια ανά τόνο, γιατί η σοδειά είναι μικρότερη και τα αγριόχορτα απομακρύνονται με το όργωμα. Μόνο το ένα πέμπτο της ενέργειας, που χρησιμοποιείται στην παραγωγή τροφίμων καθ’ όλη την τροφική αλυσίδα, καταναλίσκεται στη γεωργία, διότι το υπόλοιπο διοχετεύεται στη μεταφορά και την επεξεργασία.

Η πιο ήπια μορφή γεωργίας για το περιβάλλον ίσως να είναι η επιφανειακή καλλιέργεια του εδάφους, η οποία απαιτεί ελάχιστο ή μηδενικό όργωμα και πολύ προσεκτική χρήση παρασιτοκτόνων.

Ως προς το Δίκαιο Εμπόριο, τώρα, στόχος του είναι να απαντήσει στην «αδικία των χαμηλών τιμών», διασφαλίζοντας δίκαιη τιμή για τους παραγωγούς, ανεξαρτήτως του «πόσο άδικη είναι η συμβατική αγορά», όπως αναφέρει η ιστοσελίδα της Διεθνούς Οργάνωσης Σήμανσης του Δίκαιου Εμπορίου. Κατ’ ουσίαν σημαίνει ότι στους παραγωγούς καταβάλλεται δικαιότερη τιμή υπεράνω αυτής της αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν συγκεκριμένους όρους για την παραγωγή και την εργασία.

Στην περίπτωση του καφέ, οι αγρότες του Δίκαιου Εμπορίου λαμβάνουν το λιγότερο 1,26 δολάρια ανά ουγγιά ή 0,05 του δολαρίου υπεράνω της τιμής της αγοράς, εάν αυτή ξεπερνά το προαναφερθέν όριο. Το επιπλέον ποσόν επιστρέφεται στους παραγωγούς για να το διοχετεύσουν σε αναπτυξιακά προγράμματα.

Οι οικονομολόγοι αντιδρούν. Λένε ότι η χαμηλή τιμή των εμπορευμάτων, όπως, λόγου χάριν, του καφέ, οφείλεται στην υπερπαραγωγή. Θα έπρεπε οι παραγωγοί να τη θεωρήσουν μια ένδειξη ώστε να στραφούν σε άλλες καλλιέργειες. Η παρέμβαση του Δίκαιου Εμπορίου με την προσαύξηση, την καταβολή μιας επιδότησης με άλλα λόγια, προτρέπει περισσότερους παραγωγούς να μπουν στην αγορά καφέ και δεν τους αφήνει να λάβουν το μήνυμα για στροφή σε άλλες καλλιέργειες. Ως συνέπεια οι γεωργοί, οι οποίοι δεν έχουν το προνόμιο του Δίκαιου Εμπορίου, υφίστανται ακόμα χαμηλότερες τιμές και γίνονται φτωχότεροι.

Ο κ. Μπρέτμαν της Διεθνούς Οργάνωσης Σήμανσης του Δίκαιου Εμπορίου (FLO) διαφωνεί, λέγοντας ότι στην πράξη οι αγρότες δεν μπορούν να αλλάξουν καλλιέργεια, όταν η τιμή του καφέ υποχωρεί. Οι προσαυξήσεις του Δίκαιου Εμπορίου μπορούν, όμως, να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό αυτό.

Ενδεχομένως, όμως, το σοβαρότερο αντεπειχείρημα να έχει να κάνει με την ανεπαρκή διαδικασία διοχέτευσης των χρημάτων πίσω στους φτωχούς παραγωγούς. Πολλές φορές οι λιανέμποροι προσθέτουν τις δικές τους αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων και οι καταναλωτές παραπλανώνται, νομίζοντας ότι όλα όσα επιπλέον δίνουν, κατευθύνονται στους παραγωγούς του Δίκαιου Εμπορίου.

Επιπλέον, το κίνημα αυτό, όπως και το αντίστοιχο της βιολογικής γεωργίας, δέχεται βολές και εκ των ένδον, ειδικά μετά την είσοδο στο παιχνίδι κολοσσών της βιομηχανίας τροφίμων με προϊόντα Fair Trade, όπως η Nestle. O αντίποδας -ή η μετεξέλιξη του κινήματος- σήμερα θεωρείται ότι είναι τα τρόφιμα εντόπιας παραγωγής, που δεν προϋποθέτουν υψηλή κατανάλωση ενέργειας για τη μεταφορά τους.

Ολοένα και περισσότερο δημοφιλή γίνονται τα τρόφιμα αυτά (ανεξάρτητα με το αν είναι βιολογικά ή όχι), τα οποία οι καταναλωτές αγοράζουν χωρίς μεσάζοντες και δίκτυα διανομής απευθείας από τους παραγωγούς ή από τις δικές τους λαϊκές αγορές. «Τα βιολογικά προϊόντα έδιναν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να διαμαρτυρηθούν κατά των μεγάλων εταιρειών και τώρα ως εναλλακτική θεωρείται η εντόπια παραγωγή», τονίζει ο συγγραφέας Μάικλ Πόλαν.

Ωστόσο, έρευνες του πανεπιστημίου της Νέας Ζηλανδίας έδειξαν ότι η παραγωγή γαλακτοκομικών και μήλων στη χώρα και η μεταφορά τους στη Βρετανία απαιτεί συνολικά λιγότερη ενέργεια από την παραγωγή τους στην ίδια τη Βρετανία. Επιπλέον, υπό το μανδύα της οικολογικής ευαισθησίας το κίνημα της εντόπιας παραγωγής κρύβει μεγάλες δόσεις προστατευτισμού και άρνησης της παγκοσμιοποίησης.

Εν κατακλείδι, λοιπόν, τι θα κάνουν οι καταναλωτές; Πρέπει να γνωρίζουν ότι όλες οι επιλογές έχουν τα υπέρ και τα κατά. Η βιολογική γεωργία δεν χρησιμοποιεί φυτοφάρμακα, αλλά καταναλίσκει γη, ενώ το Δίκαιο Εμπόριο βοηθάει κάποιους φτωχούς γεωργούς, αλλά ίσως βλάπτει άλλους. Το βέβαιον είναι ότι με αποκλειστικό όπλο την κατανάλωση δεν αντιστρέφεται το φαινόμενο του θερμοκηπίου ούτε μεταρρυθμίζεται το παγκόσμιο σύστημα εμπορίου ούτε ενδυναμώνεται η ανάπτυξη· χρειάζονται δύσκολες και γενναίες πολιτικές επιλογές.