ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κρύβει μέγα κόστος η οικολογική αδιαφορία

Η εικόνα που περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι εκείνη ενός ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού που τροφοδοτείται με άνθρακα. Ηταν, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι ο Τζέιμς Ρότζερς, διευθύνων σύμβουλος της Duke Energy, μιας ακριβώς από αυτές τις εταιρείες κοινής ωφελείας που τροφοδοτούνται με άνθρακα, ανέκυψε ως αιφνίδιος υπέρμαχος ομοσπονδιακής νομοθεσίας που για πρώτη φορά θα επιβάλει κόστος εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Εχει, όμως, τους λόγους του.

Το φαινόμενο του θερμοκηπίου δεν αφορά μόνο το περιβάλλον. Είναι και μεγάλη πρόκληση για τους χαράσσοντες την οικονομική πολιτική. Σύμφωνα με τους αναλυτές, χωρίς οικονομικά κίνητρα, οι απαιτούμενες επενδύσεις για βιομηχανικό καθαρισμό, καινοτομικές «καθαρές» τεχνολογίες, οικονομικά αυτοκίνητα και άλλους τρόπους μείωσης των ενεργειακών αποβλήτων δεν θα γίνουν.

Η πολιτική της Καλιφόρνιας

Η στάση του κ. Ρότζερς είναι σπάνια στους κόλπους της ενεργειακής βιομηχανίας, όμως υπάρχουν και υποστηρικτές, ιδίως όσοι παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από σταθμούς που λειτουργούν με πυρηνικούς αντιδραστήρες. Και παρά τη σφοδρή αντίθεση της κυβέρνησης Μπους σε κάθε μορφής περιορισμό στις εκπομπές καυσαερίων από ορυκτά καύσιμα, η ιδέα έχει αρχίσει να «ριζώνει» και στους πολιτικούς κύκλους των ΗΠΑ. Ηδη, η Καλιφόρνια έχει υιοθετήσει πολιτική με στόχο τη μείωση της συνεισφοράς της στο φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά 25%, τα ερχόμενα 14 χρόνια.

Πώς, όμως, μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος του περιορισμού των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα; Είναι σαφές ότι το κόστος των εκπομπών είναι τεράστιο, ιδίως για τις μελλοντικές γενιές, καθώς αυξάνονται οι προειδοποιήσεις για μείωση της αγροτικής παραγωγής στις φτωχές τροπικές χώρες, καθώς και για σφοδρότερους τυφώνες και πλημμύρες, φαινόμενα που δημιουργούν όλο και περισσότερους πρόσφυγες. Κάποιοι παρομοιάζουν την πολιτική για το φαινόμενο του θερμοκηπίου με εκείνη για την εθνική ασφάλεια κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. «Πληρώνεις τώρα, ώστε να είσαι πιο ασφαλής αργότερα», τονίζει ο οικονομολόγος του Χάρβαρντ, Ρίτσαρντ Κούπερ.

Ο κ. Ρότζερς και οι υποστηρικτές του επιμένουν ότι μόνο με κάποιου είδους ομοσπονδιακή πολιτική -που προφανώς θα περιλαμβάνει κάποιο φόρο επί του διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπει οποιαδήποτε πηγή- θα γίνει σαφές σε τι είδους καθαρισμό ή στροφή σε άλλες μορφές καυσίμων θα πρέπει να προσανατολισθούν οι εταιρείες και πότε. Οι επενδυτές σε προγράμματα εναλλακτικών μορφών ενέργειας δίνουν έμφαση στην ανάγκη καθορισμού προτεραιοτήτων πολιτικής, τονίζοντας ότι «χρειαζόμαστε ένα μακροπρόθεσμο ρυθμιστικό πλαίσιο, με τα 15 χρόνια ως ελάχιστο ορίζοντα σταθερότητας». Πέρα από τα κίνητρα προς τις επιχειρήσεις, μια εθνική πολιτική για το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα πρέπει να περιλαμβάνει αυξημένα κονδύλια με στόχο την έρευνα για τεχνολογίες του μέλλοντος για τη μείωση των εκπομπών. Σύμφωνα με τους υπέρμαχους αυτής της άποψης, η καταπολέμηση του φαινομένου του θερμοκηπίου θα απαιτήσει δραστικά μέτρα όπως η ασφαλής πυρηνική ενέργεια, το υδρογόνο ως φορέας ενέργειας και η κατάσχεση του άνθρακα ή τεχνολογίες τις οποίες δεν έχουμε ακόμα φανταστεί. Οπως υποστηρίζει πάντως το McKinsey Global Institute, ακόμα και σήμερα υπάρχουν αξιόλογες ευκαιρίες, διαθέσιμα μέτρα που θα μπορούσαν να αποφέρουν μια παραγωγικότερη και αποδοτικότερη χρήση της ενέργειας.

Η εξυπνότερη χρήση της ενέργειας μπορεί να βοηθήσει στην επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης των κινδύνων από το φαινόμενο του θερμοκηπίου, δεν μπορεί όμως να αντιστρέψει την τάση. Σε βάθος χρόνου, προειδοποιούν οι περιβαλλοντολόγοι, η παγκόσμια οικονομία θα χρειαστεί να υποστεί τεχνολογική μεταμόρφωση: σήμερα, το 90% της ενέργειας που παράγει προέρχεται από ορυκτά καύσιμα. Ως το 2100, θα πρέπει να έχει σχεδόν απελευθερωθεί από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, με μέτρα καθαρισμού ή εναλλακτικές πηγές ενέργειας.

Δεδομένης της αβεβαιότητας, επιστήμονες και οικονομολόγοι που σχεδιάζουν και δοκιμάζουν προσομοιώσεις πολιτικής για το φαινόμενο του θερμοκηπίου παραδέχονται ότι το έργο τους αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση εργαλείο σκέψης για θέματα κλιματολογικών αλλαγών. Παρ’ όλα αυτά, μάλλον συμφωνούν ότι κατά την ερχόμενη 50ετία, το κόστος επιβράδυνσης και εν τέλει αντιστροφής της αύξησης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα θα ανέρχεται στο 1% – 2% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Υποθέτουν, δε, ότι στόχος κατά το διάστημα αυτό θα είναι κυρίως η αποδοτικότητα και ο καθαρισμός στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι προβλέψεις για κόστος

Σε μεταγενέστερο στάδιο, οι προβλέψεις για το κόστος ποικίλλουν περισσότερο, ξεκινώντας από το 1% και φθάνοντας ώς και στο 16% της παγκόσμιας παραγωγής, αναλόγως των εκτιμήσεων για τις δυσκολίες «εκκαθάρισης» του παγκόσμιου όγκου οχημάτων από τα ορυκτά καύσιμα και πραγματοποίησης άλλων τεχνολογικών αλμάτων.

Πριν από την οικονομία, αυτό που πρέπει να μετρήσει σε μια πολιτική για το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι η επιστήμη και οι κοινωνικές αξίες. Ωστόσο, ακόμα και στην κοινωνική πολιτική, είναι αναπόφευκτο να υπολογίζονται κόστος και οφέλη. Στην περίπτωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, το κόστος ασφάλισης της κοινωνίας ίσως καταστήσει την υιοθέτηση πολιτικής άξια λόγου, εφόσον θα το μειώσει σημαντικά.

Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν θα είναι φθηνό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά τα ερχόμενα 50 χρόνια θα κοστίσει κατά μέσον όρο περίπου το 1% της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας ετησίως. Δεν είναι εντυπωσιακό. Ωστόσο, σε σημερινούς ορους, το 1% της οικονομίας των ΗΠΑ υπερβαίνει τα 120 δισ. δολάρια ετησίως, ή τα 400 δολάρια κατά κεφαλήν. Αν το θέσουμε διαφορετικά, τα 120 δισ. δολάρια ισοδυναμούν περίπου με τις φορολογικές περικοπές της κυβέρνησης Μπους για το 2001, καθώς και με τα κονδύλια που δαπανήθηκαν φέτος για το Ιράκ και το Αφγανιστάν…