ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο οικονομικός εθνικισμός μπλόκαρε τη συγχώνευση Autostrade και Abertis

Το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων αυτήν την εβδομάδα, ανάμεσα στην ισπανική Abertis και την ιταλική Autostrade, για την εξαγορά της δεύτερης από την πρώτη και τη δημιουργία της μεγαλύτερης στον κόσμο εταιρείας διαχείρισης οδικών δικτύων, είναι ενδεικτικό του οικονομικού εθνικισμού που συνεχίζει να υπάρχει στην Ενωμένη Ευρώπη. Και οι δύο προαναφερόμενες επιχειρήσεις, σε κοινό ανακοινωθέν τους, με το οποίο δημοσιοποιούσαν το τέλος του φιλόδοξου σχεδίου τους, επέρριψαν ευθύνες στην κυβέρνηση της Ρώμης, αναφέροντας ότι προέβαλε ανυπέρβλητα -όπως αποδείχθηκε- εμπόδια στο εγχείρημά τους. Η ιταλική κυβέρνηση κατάφερε μάλιστα να επιτύχει τον σκοπό της, παρότι υπήρξαν παρεμβάσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία συνεχίζει να διερευνά εάν παραβιάσθηκαν κοινοτικές Οδηγίες στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας.

Οι αντιρρήσεις της κυβέρνησης Πρόντι

Ειδικότερα, αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση των προθέσεων της Abertis, η οποία προσέφερε 14 δισεκατομμύρια ευρώ καθώς και 3,75 ευρώ ανά μετοχή της Autostrade με τη μορφή μερίσματος, η ιταλική κυβέρνηση άρχισε να εκφράζει ποικιλοτρόπως τις αντιρρήσεις της. Αρχικώς, εξέφρασε την ανησυχία της για την εξασφάλιση της υλοποίησης νέων επενδύσεων στο εθνικό οδικό δίκτυο της χώρας, υποχρέωση της εταιρείας που το έχει υπό διαχείριση. Αφήνοντας την Abertis κατά μέρος, η Ρώμη απευθύνθηκε κατόπιν στην ελεγχόμενη από την οικογένεια Μπένετον, Autostrade, απαιτώντας να αναθεωρηθεί το πλαίσιο της εκχώρησης της διαχείρισης του εθνικού οδικού δικτύου σε αυτήν και υποστηρίζοντας ότι με το τρέχον καθεστώς, η εταιρεία επιβάλλει σχεδόν αυτομάτως τις αυξήσεις των τιμών των διοδίων, κατά βούληση. Κατόπιν, ο ιταλικός Οργανισμός Εθνικών Οδών κατέθεσε μήνυση εναντίον της, υποστηρίζοντας ότι καθυστερούσε την υλοποίηση έργων στο οδικό δίκτυο, των οποίων η αξία ανερχόταν στα δύο δισεκατομμύρια ευρώ.

Αξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι οι ενέργειες αυτές οδήγησαν στη συρρίκνωση της χρηματιστηριακής αξίας της Autostrade, κάτι το οποίο, εάν δεν υπήρχαν οι κυβερνητικές απαγορεύσεις και λειτουργούσαν αποκλειστικά οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς, θα την καθιστούσε ευκολότερο «θύμα» ή στόχο εξαγοράς οποιουδήποτε ενδιαφερόταν ενδεχομένως να την αποκτήσει. Αντιθέτως, όμως, η κυβέρνηση της Ρώμης πέτυχε τον σκοπό της, τουλάχιστον προς το παρόν, διατηρώντας την «εθνική ταυτότητα» της εταιρείας. Ανάλογη πολιτική, προστασίας εταιρειών, τις οποίες φαίνεται ότι θεωρεί «εθνικούς πρωταθλητές» ακολουθεί η ιταλική κυβέρνηση και στην περίπτωση της Alitalia, παρότι ο αερομεταφορέας είναι βαθύτατα προβληματικός και τίθεται άμεσο θέμα επιβίωσής του.

Η αποτροπή της διασυνοριακής εξαγοράς της Autostrade από την Abertis, δεν είναι το μοναδικό κρούσμα τους είδους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η ιταλική ENEL υπήρξε πριν από λίγους μήνες ανάλογο «θύμα» της γαλλικής κυβέρνησης, όταν επέδειξε ενδιαφέρον για την εξαγορά της Suez. Στην προσπάθειά της να αποτρέψει αυτήν την εξαγορά, η κυβέρνηση του Παρισιού ενθάρρυνε και άνοιξε τον δρόμο για τη συγχώνευση της Suez με την ελεγχόμενη από το Δημόσιο Gaz de France, δημιουργώντας έναν κολοσσό, που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να «πλησιάσει». Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, είχε κάνει έκκληση τότε στο Παρίσι να αφήσει τις δυνάμεις της αγοράς να λειτουργήσουν ελεύθερα, ενώ είναι επίσης γεγονός ότι αναλυτές και επενδυτές ουδέποτε θεώρησαν τη συγχώνευση των δύο γαλλικών εταιρειών ως «δόκιμη». Αλλες περιπτώσεις προστατευτισμού αυτού του είδους συμπεριλαμβάνουν και την προσπάθεια της κυβέρνησης της Μαδρίτης να αποτρέψει την εξαγορά της εταιρείας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Endesa από τη γερμανική Ε.ΟΝ, μια εξαγορά αξίας 37 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που θα δημιουργούσε -ή μπορεί ακόμη να δημιουργήσει, καθώς το θέμα παραμένει ανοικτό- τη μεγαλύτερη στον κόσμο επιχείρηση παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και διανομής φυσικού αερίου.

Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, η κυβέρνηση του Ρομάνο Πρόντι φαίνεται ότι προτιμά να αντιγράφει το Παρίσι και τη Μαδρίτη… Ετσι, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω και ίσως και άλλες εθνικές κυβερνήσεις, σε άλλες περιπτώσεις, να μην είναι τελικώς τόσο ειλικρινείς, όταν υποστηρίζουν ότι πρώτη προτεραιότητά τους αποτελεί η προσέλκυση επενδύσεων. «Αυτό το οποίο καταφέρνει τελικώς η ιταλική κυβέρνηση, είναι να περιορίσει αισθητά τον αριθμό των εν δυνάμει επενδυτών που θα μπορούσαν να ενδιαφερθούν για την Ιταλία», υποστήριζαν αυτήν την εβδομάδα διεθνείς αναλυτές.

Σημαντικότερη όμως ίσως απ’ όλες τις διαπιστώσεις είναι η σχετική με την -εν τέλει- αδυναμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αναγκάσει τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ενωσης να συμμορφωθούν με τη νομοθεσία περί ενιαίας αγοράς. Αλλωστε, αποτελεί υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να φροντίζει για την τήρηση Οδηγιών που αναφέρονται στην προστασία της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών στις 25 χώρες-μέλη της Ενωσης. Εναπόκειται επίσης στις αρμόδιες Αρχές στις Βρυξέλλες να κρίνουν και να αποφασίζουν εάν μία διασυνοριακή εξαγορά πρέπει να απαγορευθεί, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται ότι η υλοποίησή της θα δημιουργούσε θέμα αθέμιτου ανταγωνισμού στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς

Οι εθνικές κυβερνήσεις διαθέτουν, ωστόσο, εν τέλει, ένα σημαντικό όπλο σε αυτόν τον ανταγωνισμό τους με τις κοινοτικές αρχές: οι πρώτες μπορούν να κινούνται πολύ πιο γρήγορα και ευέλικτα.

Χρονοβόρες οι διαδικασίες στην Ε.Ε.

Αντιθέτως, οι διαδικασίες στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι χρονοβόρες και οι εταιρείες, οι οποίες επιθυμούν να προχωρήσουν σε μια διασυνοριακή εξαγορά, δεν έχουν απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή τους… Αλλωστε, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, μπορούν σχετικώς εύκολα να βρουν και «αλλού… πορτοκαλιές», όπως το θέλει η λαϊκή ρήση. Τότε, οι ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να έχουν να επιδείξουν ακόμη ορισμένους εθνικούς πρωταθλητές… δεν θα έχουν όμως παγκόσμιους πρωταγωνιστές.