ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι χάνει η Τουρκία από το ναυάγιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης

Η προώθηση των μεταρρυθμίσεων που απαιτεί η Ευρωπαϊκή Ενωση από την Τουρκία έχει καταστεί για την τουρκική οικονομία σημαντική όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, ιδιαιτέρως μετά την απόφαση των χωρών-μελών της Κοινότητος να «παγώσουν» μερικώς τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Αγκυρα, αλλά και λόγω της προοπτικής της πολιτικής αβεβαιότητας στη χώρα.

Η Τουρκία καταδίκασε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης να «παγώσει» οκτώ κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, επειδή η Αγκυρα αρνείται να ανοίξει τα λιμάνια της στην Κύπρο, η οποία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εξέφρασε όμως την επιθυμία να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις της.

Βουβή απάντηση

Οι αγορές έδωσαν μια βουβή απάντηση στα γεγονότα. Οικονομολόγοι, όμως, δηλώνουν ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση για την τουρκική οικονονομία είναι κάτι περισσότερο από ασφαλής λιμένας. Ιδιαιτέρως τη στιγμή αυτή, κατά την οποία η Αγκυρα προετοιμάζεται γιά κοινοβουλευτικές καί προεδρικές εκλογές που έχουν προγραμματισθεί γιά τον ερχόμενο χρόνο.

Αναλυτές εκφράζουν ανησυχίες, μήπως η απουσία επιτυχίας επιρρίψει σκιά αμφιβολιών στην προοπτική της Τουρκίας για την πλήρη ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και μήπως πλήξει την εικόνα που έχει δώσει στους ξένους επενδυτές η τουρκική οικονομία, ότι παρουσιάζει ταχεία ανάπτυξη.

«Εάν η ζημιά που έχει προκληθεί με το πάγωμα των οκτών κεφαλαίων απομονωθεί και εάν επιτευχθεί επιτυχία στα υπόλοιπα κεφάλαια, ο αρνητικός αντίκτυπος θα εκτονωθεί» όπως δήλωσε ο Μπαχαντίρ Καλεαγκάσι, εκπρόσωπος στις Βρυξέλλες του τουρκικού επιχειρηματικού ομίλου ΤUSΙΑD.

Σύμφωνα με τα λεχθέντα του κ. Καλεαγκάσι, «εάν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί αμφισβητήσουν πιο ηχηρά την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, προτείνοντας, επί παραδείγματι, ένα «ειδικό προνομιακό καθεστώς» με την Αγκυρα, τότε το γεγονός αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει εμπόδια στις ξένες επενδύσεις».

Η προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχει δώσει μια ώθηση προς τα άνω στις επενδύσεις των ξένων επιχειρήσεων στην Τουρκία, οι οποίες για εφέτος υπολογίζονται στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια σε σύγκριση με το ένα δισεκατομύριο δολάρια που είχαν γίνει το 2001. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις προτιμούν να επενδύουν στον τραπεζικό τομέα, στις επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών, στην αυτοκινητοβιομηχανία και στον κλάδο παραγωγής τροφίμων.

Οι οικονομικοί δεσμοί της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι περιορισμένοι σε ό,τι αφορά τις ξένες επενδύσεις. Η Ευρωπαϊκή Ενωση απορροφά το 25% των τουρκικών εξαγωγών και οι τέσσερις μεγαλύτερες αγορές της Τουρκίας είναι η Γερμανία, η Βρετανία, η Ιταλία καί η Γαλλία, δηλαδή οι τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες στην Ευρώπη.

Οι ξένοι επενδυτές τρέφουν μεγάλες προσδοκίες αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία. Εχει πολύ μεγάλη σημασία να σημειωθεί πρόοδος στα οκτώ κεφάλια τα οποία έχουν «παγώσει», όπως δήλωσε ο Τόλγκα Εντίζ, αναλυτής της Lehman Brothers στο Λονδίνο και αρμόδιος για θέματα που έχουν σχέση με την Τουρκία.

Ο Μουστέφα Αλπερ, γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Ξένων Επενδυτών που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη, δήλωσε πως δεν πιστεύει σε μια αρνητική επίδραση στις ξένες επενδύσεις στο άμμεσο μέλλον. Λέει δε ότι «η ομοσπονδία αυτή δεν έχει λάβει αρνητικές ενδείξεις από τους ξένους επενδυτές. Οπως φαίνεται, τίποτε δεν έχει αλλάξει». Σύμφωνα με τα λεχθέντα του κ. Αλπάρ, οι επιδράσεις της Ευρωπαϊκης Ενώσεως στην τουρκική οικονομία είναι μακροχρόνιες. Αλλά -όπως λέει- οι καλές ειδήσεις και κάποια πρόοδος είναι απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών σε ανοδική πορεία. Πηγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αγκυρα δήλωσε ότι είναι σημαντικό για την Τουρκία για τις ημέρες που έρχονται να διαθέσει κάποια τεχνική εργασία για το άνοιγμα νέων κεφαλαίων στις διαπραγματεύσεις εντάξεως της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η πηγή αυτή δήλωσε στο πρακτορείο Ρόιτερς ότι «το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί στην τουρκική οικονομία είναι να μη συμβεί τίποτε».

Οι ρυθμοί ανάπτυξης

Αναλυτές πιστεύουν ότι η Τουρκία χρειάζεται να πετύχει ταχείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης προκειμένου να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για τους νέους ανθρώπους και για να μπορέσει να μειώσει το χάσμα που τη χωρίζει με τα οικονομικώς ανεπτυγμένα κράτη της Δύσεως.

Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να μνημονεύσουμε το ότι ο ρυθμός της οικονομικής αναπτύξεως της Τουρκίας σημείωσε αισθητή πτώση το τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, που τοποθετείται στο 3%. Το γεγονός συνδέθηκε με τα υψηλά επιτόκια στην Τιουρκία, τα οποία, όπως πιστεύεται, διαδραματίζουν αρνητικό ρόλο στις δαπάνες των καταναλωτών.

Σε ό,τι αφορά το «πάγωμα» των οκτώ καφαλαίων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, το γεγονός δεν θα πρέπει δημιουργήσει στους Τούρκους απαισιοδοξία, αλλά να τους παροτρύνει να προωθήσουν τα σχέδια των μεταρρυθμίσεων που απαιτεί η Ευρωπαϊκή Ενωση.