ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Οι Γάλλοι πολιτικοί δεν αντέχουν πλέον την απόλυτη κυριαρχία του Ζαν-Κλοντ Τρισέ στην Ευρωζώνη

Ηαμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) από τον γαλλικό πολιτικό κόσμο είναι ενδεχομένως η αρχή μιας συνολικότερης αλλαγής των αντιλήψεων για τον τρόπο άσκησης της νομισματικής πολιτικής. Η περιβόητη ανεξαρτησία και η έλλειψη λογοδοσίας των κεντρικών τραπεζών μπορεί να προσέφεραν σε μια ιστορική συγκυρία σημαντικά οφέλη, αλλά έχουν πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο τους. Ποιο θα είναι το νέο και πότε θα το δούμε είναι ακόμη άγνωστο. Ωστόσο, άνοιξε ο διάλογος για ένα θέμα που ήταν εν πολλοίς ταμπού μέχρι τώρα, τουλάχιστον για τους mainstream πολιτικούς.

Μόνον ο Γάλλος (πάντα αυτοί οι Γάλλοι…) σοσιαλιστής πρώην πρωθυπουργός Λιονέλ Ζοσπέν, στο βιβλίο του «Ο κόσμος όπως τον βλέπω», είχε πει ορθά κοφτά τον Οκτώβριο του 2005: η ανεξαρτησία της ΕΚΤ ήταν ένα λάθος. Αλλά, όπως συμπλήρωνε ο ίδιος, δυστυχώς σε εκείνη τη συγκυρία δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, αν θέλαμε να έχουμε το ευρώ και είχαμε κάθε λόγο να το θέλουμε.

Τις περασμένες εβδομάδες, οι Γάλλοι πολιτικοί διαγκωνίστηκαν ποιος θα πρωτοκατακεραυνώσει την ΕΚΤ – όταν σπάει ένα ταμπού, όλοι θέλουν να κάνουν αυτό που μέχρι πρότινος ήταν απαγορευμένο, ιδίως σε προεκλογική περίοδο.

Ο πρωθυπουργός Ντομινίκ ντε Βιλπέν είχε ζητήσει συντονισμό της πολιτικής της ΕΚΤ με τους υπουργούς Οικονομικών της Ζώνης του Ευρώ, αλλά και ο Νικολά Σαρκοζί, πρώην υπουργός Οικονομικών και επικρατέστερος υποψήφιος για τη Δεξιά στις προσεχείς προεδρικές εκλογές, κινήθηκε στο ίδιο πνεύμα λέγοντας ότι η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να ακούει τους πολιτικούς, ενώ επιπλέον την κατηγόρησε ότι σκιαμαχεί κατά ανύπαρκτων πληθωριστικών προβλημάτων. Η σοσιαλίστρια προεδρική υποψήφιος Σεγκολέν Ρουαγιάλ προχώρησε ακόμη παραπέρα λέγοντας ότι αν εκλεγεί θα απαιτήσει να λογοδοτεί η ΕΚΤ στην πολιτική ηγεσία της Ζώνης του Ευρώ. Επιπλέον, πάλι ο Σαρκοζί αλλά και ο νυν υπουργός Οικονομικών Τιερί Μπρετόν διαμαρτυρήθηκαν για την ανατίμηση του ευρώ που πλήττει την ανταγωνιστικότητα των «12». Πάντως, ο Ισπανός υπουργός Οικονομίας Πέδρο Σόλμπες -και πρώην Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων- έσπευσε να δηλώσει νομιμοφροσύνη, λέγοντας ότι «κατανοώ τις ανησυχίες της Γαλλίας από τη γαλλική οπτική γωνία, αλλά η στάση της Ισπανίας είναι λίγο διαφορετική. Σέβομαι απολύτως τις αποφάσεις της ΕΚΤ και δεν έχω να προσθέσω τίποτα στις αποφάσεις που έχει λάβει». Οι άλλοι προς το παρόν σιωπούν.

Ομως, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ φαίνεται να έχασε την ψυχραιμία του εμπρός στο μπαράζ επιθέσεων από τους ομοεθνείς του. Μιλώντας στην επιτροπή οικονομικών και νομισματικών υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου, στα μέσα της εβδομάδας, έπαθε μια έκρηξη λαϊκισμού αποζητώντας τη νομιμοποίηση τη μια στιγμή στην κοινή γνώμη και την άλλη στη συνθήκη του Μάαστριχτ. Αυτοπαρουσιάστηκε ως… Ρομπέν των Δασών, λέγοντας στους ευρωβουλευτές «θα σας υπενθυμίσω ότι οι φτωχότεροι και οι ασθενέστεροι ανάμεσά μας είναι πιο ευάλωτοι στον πληθωρισμό», αλλά ξεχνώντας βολικά ότι αυτός και οι συνάδελφοί του κεντρικοί τραπεζίτες απαιτούν σε κάθε ευκαιρία τη συγκράτηση των μισθών και αλλαγές στην αγορά εργασίας που πλήττουν ακριβώς τους πιο ευάλωτους εργαζόμενους (θυμηθείτε και τις αντίστοιχες δηλώσεις του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Νίκου Γκαργκάνα). Ακόμη, κυνηγώντας τον ανύπαρκτο πληθωρισμό, ανεβάζει τα επιτόκια επιβαρύνοντας τους δανειολήπτες. «Ας πρόσεχαν, τα επιτόκια μπορεί να κατεβούν, μπορεί και να ανεβούν», είπε περίπου ο κ. Τρισέ σε πρόσφατη συνέντευξή του σε τρεις ευρωπαϊκές εφημερίδες. Αλλά, βέβαια, η υπερχρέωση των νοικοκυριών δεν είναι ακριβώς ατομική επιλογή. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και μάλιστα της μακράς διάρκειας που αφορά όλον τον ανεπτυγμένο κόσμο. Ο δανεισμός τους έφτασε από το 45% του ΑΕΠ το 1985 στο 80% το 2005. Είναι αποτέλεσμα των βασικών επιλογών της οικονομικής πολιτικής της τελευταίας εικοσαετίας ή εικοσιπενταετίας: σταθεροποίηση των τιμών, συγκράτηση των δημοσίων δαπανών και των εισοδημάτων της μεσαίας τάξης, απελευθέρωση του τραπεζικού τομέα έως εκεί που δεν παίρνει άλλο. Συνεπώς ο κάθε κεντρικός τραπεζίτης πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την κατάσταση των νοικοκυριών, της οικονομίας, της συναλλαγματικής ισοτιμίας, όταν παίρνει αποφάσεις και να μην επικαλείται αυτάρεσκα το αλάθητο ως άλλος πάπας ή να κοιτάει μόνο τον πληθωρισμό. Αυτό το απλό πράγμα ζήτησαν οι Γάλλοι πολιτικοί της Δεξιάς και της Αριστεράς. Το ενδιαφέρον με την υπερχρέωση των νοικοκυριών που έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια είναι ότι δεν έχουμε εμπειρία άσκησης νομισματικής πολιτικής στην ακραία κατάσταση που σιγά σιγά δημιουργείται. Δεν έχουμε την εμπειρία πώς συμπεριφέρεται η οικονομία όταν τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα, τα επιτόκια ανεβαίνουν, το διαθέσιμο εισόδημά τους μειώνεται, δεν μπορούν να δανειστούν άλλο και «μαζεύουν» τις δαπάνες τους. Και ενδεχομένως δεν έχουμε την απαραίτητη κοινωνική συναίνεση, αλλά αυτό είναι κάτι που θα διαπιστωθεί στην πορεία.

Αλλά αυτά για το μέλλον. Προς το παρόν, οι αγορές δεν έχουν πεισθεί ότι οι ενέργειες των Γάλλων πολιτικών θα έχουν κανένα αποτέλεσμα -τουλάχιστον άμεσο- και «ψήφισαν» Τρισέ στέλνοντας στα ύψη το ευρώ και στα τάρταρα τα ευρωπαϊκά ομόλογα αυτήν την εβδομάδα. Σε άλλες εποχές ακόμη και η μικρότερη αμφισβήτηση του μεγάλου ταμπού έσπρωχνε το ευρώ όλο και χαμηλότερα. Αλλά τώρα, πιστεύουν οι αγορές, ο πεισμωμένος Τρισέ θα κάνει το δικό του και τα ευρωπαϊκά επιτόκια θα ανεβούν τον επόμενο χρόνο, τουλάχιστον μέχρι το 4%.