ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η αναγέννηση της Αργεντινής

Ηταν Δεκέμβριος του 2001. Εξαγριωμένα πλήθη ξεχύθηκαν στους δρόμους του Μπουένος Αϊρες και ανέτρεψαν τον πρόεδρο της χώρας, Φερνάντο ντε λα Ρούα. Μέσα σε συνθήκες χάους και πανικού ακόμα τρεις πρόεδροι εμφανίσθηκαν και εξαφανίστηκαν σε διάστημα δεκαημέρου. Ενας εξ αυτών κήρυξε τη χώρα σε πτώχευση. Στην Αργεντινή, η οποία πριν από 100 χρόνια ήταν η έβδομη πλουσιότερη χώρα του κόσμου, η οικονομία συρρικνώθηκε 15% το δωδεκάμηνο Απριλίου 2001 – Μαρτίου 2002, η φτώχεια από το 38% έφθασε το 56% και η ανεργία εκτινάχθηκε στο 21%. Η αναγέννηση της χώρας, όμως, υπήρξε ταχεία αν και πολλοί δεν το πίστευαν. Από το ναδίρ του 2002 το ΑΕΠ της Αργεντινής αυξήθηκε 45%, ήτοι 8,6% κατά μέσο όρο σε ετήσια βάση.

Φθηνό χρήμα

Στους δρόμους των πόλεων της Αργεντινής η διαφορά είναι ορατή. Ο κόσμος αγοράζει με άνεση αυτοκίνητα και ηλεκτρικές συσκευές, γιατί το δανεικό χρήμα είναι φθηνό. Τα σινεμά και τα εστιατόρια είναι γεμάτα τα Σαββατοκύριακα και τα θέρετρα σφύζουν από ζωή. Η δε ανεργία έχει υποχωρήσει στο 10,2%, εξαιρουμένων όσων παρακολουθούν προγράμματα κατάρτισης.

Πόσο όμως ανθεκτική είναι αυτή η ανάπτυξη; Οι υποστηρικτές της πάγιας συναλλαγματικής ισοτιμίας, οι οποίοι δημιούργησαν ανάπτυξη, αλλά το οικοδόμημά τους κατέρρευσε στη δεκαετία του ’90, αμφισβητούν τη βιωσιμότητά της. Οι θιασώτες του νυν προέδρου Νέστορ Κίρχνερ αντιτείνουν ότι η Αργεντινή θα εξακολουθήσει να αναπτύσσεται με τους ίδιους ρυθμούς, γιατί αγνόησε τις συστάσεις του ΔΝΤ και ακολουθεί «ετερόδοξες» πολιτικές. Σήμερα την άποψη αυτή συμμερίζονται ολοένα και περισσότεροι πολιτικοί. Ουσιαστικά, εκτιμούν ότι η Αργεντινή μπορεί όντως να αναπτύσσεται σε λογικούς ρυθμούς, εν μέρει γιατί ορισμένες από τις «ετερόδοξες» πολιτικές δεν είναι τόσο αποκκλίνουσες τελικά.

Με βίαιο και οδυνηρό τρόπο η κατάρρευση της οικονομίας εδραίωσε νέες ισορροπίες. Η υποτίμηση του νομίσματος και η αδυναμία εξόφλησης του χρέους μετέτρεψε τα ελλείμματα σε πλεονάσματα, ενώ ο Ρομπέρτο Λαβάνια, υπουργός Οικονομικών την περίοδο 2002-2005, διατήρησε υπό έλεγχο τις δημόσιες δαπάνες. Η κυβέρνηση βασίζεται κατά κύριο λόγο στη νομισματική πολιτική για να ενισχύσει τη ζήτηση. Η Κεντρική Τράπεζα αναχαίτισε την ανατίμηση του πέσο, εκδίδοντας πέσο για να αγοράσει εξ ολοκλήρου τα δολάρια των εξαγωγέων. Οι δημοσιονομικοί στόχοι της κυβέρνησης εκπληρώνονται εν μέρει με τη φορολόγηση των εξαγωγών σε αγροτικά προϊόντα, τα οποία είναι ασυνήθιστα κερδοφόρα λόγω του τεχνητά φθηνού πέσο και των διεθνών υψηλών τιμών. Το μειονέκτημα των πολιτικών αυτών είναι η αναθέρμανση του πληθωρισμού, ο οποίος αντιμετωπίστηκε με «εθελούσιο» πάγωμα τιμών στους παραγωγούς, έλεγχο τιμών και απαγόρευση εξαγωγών. Αποτέλεσμα ήταν ορισμένοι ξένοι επενδυτές να αποχωρήσουν.

Αύξηση επενδύσεων

Η αντιπολίτευση εκτιμά ότι τα μέτρα αυτά εμποδίζουν τις επενδύσεις. Ωστόσο, σφάλλουν. Η Αργεντινή στερείται ξένων επενδύσεων, αλλά οι δικές της μικρότερες εταιρείες κινούνται γρήγορα και επεκτείνουν την παραγωγική τους ικανότητα, ώστε να ανταποκριθούν στη ζήτηση. Η έκρηξη στις οικοδομές και τον τουρισμό δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας, ενώ συνολικά από το 2002 και εντεύθεν οι επενδύσεις σχεδόν διπλασιάστηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ από 11% σε 21,4% – κι αυτό επαρκεί να συντηρηθεί η ανάπτυξη στο 4% το χρόνο.

Εντούτοις, ορισμένα ερωτήματα παραμένουν. Το σοβαρότερο αφορά την ενέργεια. Οι έλεγχοι τιμών έχουν ως αποτέλεσμα οι Αργεντινοί να πληρώνουν λιγότερο από το μισό απ’ ό,τι οι υπόλοιποι Λατινοαμερικανοί για την ενέργεια. Επ’ αυτού οι ασκούντες κριτική στην πολιτική Κίρχνερ έχουν δίκιο. Η κατανάλωση ενέργειας αυξήθηκε και οι επενδύσεις περιεστάλησαν. Τα αποθέματά της σε φυσικό αέριο μειώθηκαν δραστικά, ενώ πηγές της βιομηχανίας προειδοποιούν για μπλακ άουτ το 2007, εάν οι καιρικές συνθήκες αποδειχθούν αντίξοες. Οι φόβοι για μια γενική διακοπή ρεύματος προκαλούν ελάττωση των επενδύσεων στις επιχειρήσεις εντάσεως ενέργειας, όπως οι χαλυβουργίες, τα πετροχημικά και οι αλουμινοβιομηχανίες. Τέλος, παρατηρούνται και άλλα εμπόδια, τα οποία δυσχεραίνουν τη διατήρηση του αναπτυξιακού ρυθμού έστω και σε συγκρατημένα επίπεδα. Η οικονομία επωφελείται από τις επενδύσεις στις υποδομές της δεκαετίας του ’90. Σήμερα υπάρχει και πάλι συμφόρηση στους αυτοκινητοδρόμους, ενώ παρατηρείται και κάποια έλλειψη εξειδικευμένων εργατών. Η δημοσιονομική πολιτική έχει χαλαρώσει και ορισμένες περιφερειακές κυβερνήσεις εμφανίζουν έλλειμμα. Παράλληλα, η Κεντρική Τράπεζα σκληραίνει τη δημοσιονομική πολιτική, ενώ πολλοί προβλέπουν ότι μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 2007, εάν επανεκλεγεί ο κ. Κίρχνερ, θα χαλαρώσει τους ελέγχους τιμών και θα επιτρέψει την ανατίμηση του πέσο.

Πιθανώς τότε να εκτιναχθεί ο πληθωρισμός, εάν δεν κινητοποιηθούν οι αρχές να επιβραδύνουν την οικονομία.