ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Γερμανία θα αντέξει την αύξηση του ΦΠΑ

Ηπια θα είναι η επίδραση της αύξησης του ΦΠΑ στις πωλήσεις των αλυσίδων λιανικού εμπορίου στη Γερμανία, καθώς η πτώση της ανεργίας ενισχύει την καταναλωτική εμπιστοσύνη των νοικοκυριών. Σύμφωνα με έρευνα της Royal Bank of Scotland και της NTC Economics, το 52% των λιανεμπόρων και των παροχέων υπηρεσιών που ερωτήθηκαν δεν αναμένουν μεγάλες συνέπειες στον τζίρο τους από την αύξηση του ΦΠΑ κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες -θα φθάσει το 19%-, που θα ισχύσει την 1η Ιανουαρίου 2007.

Οπως επισημαίνεται από το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg, υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ λιανεμπόρων και παροχέων υπηρεσιών, με το 57% των εμπορικών επιχειρήσεων να αναμένει «μικρή πτώση» των πωλήσεων και το 17% «σημαντική πτώση». Μεταξύ των εταιρειών παροχής υπηρεσιών, το 22% προεξοφλεί μικρή υποχώρηση έναντι του 7% που είναι πιο απαισιόδοξοι. Σε γενικές γραμμές, η έρευνα καταλήγει στο πόρισμα ότι η κατανάλωση πριν από το νέο έτος θα κινηθεί σε χαμηλότερες ταχύτητες σε σχέση με τις προβλέψεις του πρώτου τριμήνου και οι ακόλουθες συνέπειες θα είναι λιγότερο αρνητικές.

«Δεν υπάρχει καμία ισχυρή ένδειξη που να μαρτυρά επικείμενη κατάρρευση στην κατανάλωση», υπογραμμίζει ο Ζακ Καϊλού στο πρακτορείο Bloomberg, ο οποίος είναι επικεφαλής επί θεμάτων της Ευρωζώνης στη Royal Bank of Scotland. H καταναλωτική εμπιστοσύνη στη Γερμανία έχει εκτοξευθεί στο ζενίθ της τελευταίας πενταετίας, καθώς ο τομέας του επιχειρείν αυξάνει τις προσλήψεις, οδηγώντας τον Νοέμβριο την ανεργία στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2000. Ως εκ τούτου, τα σχέδια της καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ για την αύξηση του ΦΠΑ δεν θα επηρεάσουν και τόσο την ανάπτυξη της μεγαλύτερης οικονομίας στην Ευρωζώνη. Εκτιμάται, παρά ταύτα, πως θα αφαιρέσει 0,2 μιας ποσοστιαίας μονάδας από την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και θα οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού κατά 0,3 μιας ποσοστιαίας μονάδας.

Σε κάθε περίπτωση, οι Γερμανοί βρίσκονται, πάντως, σε μεγαλύτερη ετοιμότητα για να αντεπεξέλθουν στις συνακόλουθες αυξήσεις των τιμών συγκριτικά με πέρυσι, όταν είχαν ανακοινωθεί για πρώτη φορά οι προθέσεις της γερμανικής κυβέρνησης, σκιάζοντας όχι μόνον την αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας αλλά και της συνολικής κυβέρνησης. Η ετοιμότητα αυτή δεν αποδίδεται μόνο στην αύξηση της απασχόλησης αλλά και στην εκτίμηση πως η οικονομία θα κινηθεί στον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από το 2000. Κατά τις εκτιμήσεις του κ. Καϊλού της Royal Bank of Scotland, η οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη θα κινηθεί το 2007 σε ρυθμό 1,9% και οι τιμές καταναλωτή πρόκειται να αυξηθούν, λίγο ή πολύ, κατά 2%. Εφόσον, όμως, απορροφηθεί η επίδραση από την αύξηση του ΦΠΑ στη γερμανική οικονομία, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα υποχωρήσει το 2008 σε επίπεδα χαμηλότερα του 2%, ήτοι το πλαφόν της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Την πεποίθηση ότι «οι συνέπειες δεν θα είναι και τόσο επίπονες όσο εκτιμούνταν στις αρχές του έτους» είχε διατυπώσει ήδη από τα τέλη του Νοεμβρίου ο Γιούργκεν Σταρκ, επικεφαλής του οικονομικού τμήματος της ΕΚΤ. Η αισιοδοξία αυτή, φυσικά, δεν αφήνει αδιάφορους τους παράγοντες του κλάδου λιανικού εμπορίου, που διερευνούν το ενδεχόμενο να μεταφερθεί όλο το ποσοστό της αύξησης στους καταναλωτές. Σύμφωνα με την έρευνα της Royal Bank of Scotland και της NTC Economics, το 69% των εμπορικών επιχειρήσεων και παροχέων υπηρεσιών χαράζουν ακριβώς αυτήν τη στρατηγική για το 2007 και μόνον το 6% δηλώνουν πως δεν θα προχωρήσουν σε καμία αύξηση των τιμών. Σε μεμονωμένη βάση, το 49% των εμπορικών επιχειρήσεων θα ενσωματώσουν εξ ολοκλήρου τον νέο ΦΠΑ στις τελικές τιμές των προϊόντων, το 17% σχεδιάζουν κάποια αύξηση και το 14% παραμένει αναποφάσιστο. Αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό, της τάξεως του 85%, επικρατεί στον επιμέρους τομέα των παροχέων υπηρεσιών σε ό,τι αφορά την πλήρη επιβολή των αυξήσεων.

Και η ΕΚΤ, τι θα κάνει; Με τους αναλυτές της αγοράς να στοιχηματίζουν σε μια αύξηση των επιτοκίων μέσα στο επόμενο έτος, προεξοφλώντας ήδη μια στη διάρκεια του Δεκεμβρίου, έχουν διατυπωθεί, επίσης, φόβοι για τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να προκληθούν από περιστατικά κερδοσκοπίας. Ο κ. Καϊλού θυμίζει πως ανάλογα φαινόμενα είχαν εμφανιστεί με την κυκλοφορία του ευρώ, προ τετραετίας, με πολλές επιχειρήσεις να παραδίδονται στον πειρασμό των υπερχρεώσεων. «Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τιμές έχουν παραμείνει στα ίδια επίπεδα για ένα αξιόλογο χρονικό διάστημα και πολλοί επιχειρηματίες θα εκμεταλλευτούν αυτήν την κατάσταση για να εφαρμόσουν πολυπόθητες αναπροσαρμογές».