ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

EUROLAND

Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε 27 μέλη, με την είσοδο από αύριο της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, αλλάζει αρκετά σημαντικά πράγματα στα έως τώρα δεδομένα της ευρωπαϊκής οικογένειας και αναμφίβολα δημιουργεί ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για τα ελληνικά οικονομικά συμφέροντα. Οι συνέπειες θα είναι ιδιαιτέρως θετικές σε μία πρώτη φάση, θα γίνουν πιο δύσκολες όμως στη συνέχεια, εξαιτίας της έντασης του ανταγωνισμού που θα δημιουργηθεί σε περιφερειακό επίπεδο.

Οι δύο γείτονες χώρες εισέρχονται από αύριο σε μια καινούργια πορεία εκμοντερνισμού της οικονομίας τους και αύξησης του βιοτικού τους επιπέδου. Αυτό από μόνο του, κατ’ αρχάς, αποτελεί τη μεγαλύτερη εγγύηση που μπορούσαν να κερδίσουν οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν επενδύσει την τελευταία δεκαετία σημαντικότατα κεφάλαια σε αυτές τις νέες ευρωπαϊκές αγορές. Παράλληλα, με την οριστική πρόσδεση της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στο κοινοτικό άρμα, ο άλλοτε ταραγμένος χώρος των Βαλκανίων αλλάζει βαθμίδα στον πολιτικο – οικονομικό χάρτη και αναδεικνύεται σε περιοχή σταθερότητας και προσέλκυσης νέων κεφαλαίων, χωρίς πλέον πολιτικό ρίσκο και αβεβαιότητες για τους μεγάλους ξένους επενδυτές.

Και οι δύο παράμετροι, η ασφάλεια δηλαδή και η νέα οικονομική προοπτική, θα ευνοήσουν τα ελληνικά συμφέροντα. Με την προδιαγεγραμμένη αύξηση των κοινοτικών κονδυλίων και τη σταδιακή τόνωση της οικονομίας τους, οι δύο λαοί μεσοπρόθεσμα θα παρουσιάσουν επίσης αισθητή αύξηση των εισοδημάτων και της αγοραστικής τους δύναμης, με ό,τι θετικό συνεπάγεται αυτό για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και ειδικότερα για τα εξαγόμενα ελληνικά προϊόντα, τη ζήτηση προϊόντων από τις πολλές ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις δύο χώρες ή την επέκταση των τραπεζικών υπηρεσιών. Με δεδομένο μάλιστα ότι τις μεγαλύτερες επενδύσεις έχουν πραγματοποιήσει εκεί οι ελληνικές τράπεζες, τα προσδοκώμενα κέρδη είναι μεγάλα σε βάθος χρόνου.

Ταυτόχρονα, η ένταξη των δύο γειτονικών χωρών στο ευρωπαϊκό γκρουπ, όπως ακριβώς συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν και με τις οικονομίες των νέων μελών της κεντρικής Ευρώπης, θα ανεβάσει τις χρηματιστηριακές αξίες και τις τιμές των ακινήτων στις συγκεκριμένες αγορές, συνεπώς οι ελληνικές επενδύσεις θα αποκτήσουν για έναν ακόμη λόγο μεγαλύτερο βάρος και υψηλότερες αποδόσεις. Σε πιο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, ο ανταγωνισμός θα ενταθεί στην περιοχή και οι ισορροπίες σε ενδοευρωπαϊκό επίπεδο θα επηρεαστούν μεσοπρόθεσμα αποφασιστικά. Το γεγονός ότι οι δύο αναπτυσσόμενες αγορές γίνονται πολύ πιο ασφαλείς για νέες επενδύσεις, σημαίνει ότι περισσότερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα επιζητήσουν τώρα να σηκώσουν κεφάλαια, πιο εύκολα και πιο φθηνά μάλιστα, για να τοποθετηθούν εκεί. Αυτό πλέον θα πρέπει να το υπολογίζουν πολύ καλά οι ελληνικές εταιρείες. Αλλά και οι ίδιοι οι Ελληνες πολιτικοί, διότι ο ανταγωνισμός θα μεταφραστεί και σε εθνικό επίπεδο, εξαιτίας του χαμηλότερου εργατικού κόστους, των χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών κ.ο.κ. Παράλληλα, επίσης, όλοι θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας μακροπρόθεσμα σηματοδοτεί και το τέλος εποχής των μεγάλων κοινοτικών πακέτων για την Ελλάδα. Γιατί οι προτεραιότητες στην Ευρώπη των 27 θα αλλάξουν ουσιαστικά.

Η διαχείριση της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με δύο ακόμη σχετικά φτωχά νέα μέλη, την καθιστά μια υπόθεση αρκετά πιο περίπλοκη. Η Ευρώπη δεν έχει μόνο να δώσει τις μάχες που απαιτούνται εκτός των συνόρων της, για να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες της παγκοσμιοποίησης, πρέπει να αντιμετωπίσει και τα μέτωπα που ανοίγονται εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, μεταξύ των πλουσιότερων και των φτωχότερων μελών της.

Με άλλα λόγια, η Ευρώπη, θα πρέπει να αιμοδοτεί πολύ σοβαρά για τα επόμενα 15 με 20 χρόνια τα νέα κράτη-μέλη της, τα φτωχότερα δηλαδή, για να μπορέσει να τα ενσωματώσει γρήγορα στο προηγμένο διασυνοριακό της μοντέλο, χωρίς κοινωνικούς κραδασμούς. Και αυτό γίνεται τώρα συνείδηση, προκειμένου να μπορέσει να επιτύχει την πλήρη ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς και να τονώσει τη συνοχή της Ε.Ε. Η μετάγγιση των κονδυλίων, μάλιστα, θα πρέπει να γίνει με ρυθμούς πολύ υψηλότερους από εκείνους που ακολουθούσε μέχρι σήμερα η Ε.Ε. για την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία ή την Ιρλανδία, χώρες συνεπώς που δεν θα έχουν να κερδίσουν τίποτε στο εξής από αυτήν την άποψη.