ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι επενδυτικές τράπεζες πληρώνουν την αδιαφάνειά τους

Π ρώτα πουλάς και μετά ρωτάς. Η λογική αυτή φαίνεται ότι επικράτησε στους επενδυτές με την αναταραχή στη δευτερογενή αγορά στεγαστικών δανείων. Η State Street, μεγάλη εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων, αποτελεί το τελευταίο θύμα της παραπάνω λογικής. Οι μετοχές της σημείωσαν πτώση την προηγούμενη εβδομάδα, εξαιτίας των φημολογούμενων απωλειών λόγω της έκδοσης ενυπόθηκων εταιρικών τίτλων μειωμένης εξασφάλισης.

Ωστόσο, οι επενδυτικές τράπεζες είναι εκείνες που δέχονται τα περισσότερα πυρά. Στις 28 Αυγούστου παρασύρθηκαν πτωτικά τα χρηματιστήρια μετά την κίνηση της Merrill Lynch να υποβαθμίσει της εταιρείες του κλάδου της, αναφέροντας ότι είναι εκτεθειμένες σε πιστωτικό κίνδυνο, μια μέρα έπειτα από αντίστοιχη ανακοίνωση της Goldman Sachs.

Μέχρι πριν από δύο μήνες οι τράπεζες επενδύσεων σημείωναν κέρδη ρεκόρ σε κάθε τετράμηνο. Η λογιστική τους αξία εκτινάχθηκε στα ύψη, με αποτέλεσμα να κάνουν λόγο για 30% απόδοση των ιδίων κεφαλαίων τη στιγμή που απόδοση της τάξεως του 25% θεωρείται εξαιρετικά σπάνιο για τον κλάδο. Οσο τα κεφάλαια εισέρρεαν, κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται για το πέπλο μυστηρίου που κάλυπτε τις συγκεκριμένες εταιρείες. Οι επενδυτικές τράπεζες πληρώνουν την αδιαφάνειά τους, παρά το γεγονός ότι βελτιώθηκε η διαχείριση του ρίσκου σε σχέση με την πιστωτική κρίση του 1998. Υφίστανται τις επιπτώσεις των αποφάσεών τους, να μη μεταβάλλουν δηλαδή τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου τους: διακρατούν τα μη άμεσα ρευστοποιήσιμα στοιχεία -δύσκολο να βρεθεί η αξία του στις μέρες μας- και έχουν περισσότερα κεφάλαια «δεμένα» σε άμορφες private-equity συμφωνίες. Ακόμη χειρότερα, τα πιο επικερδή πρόσφατα δημιουργήματα της Wall Street, όπως είναι τα αξιόγραφα Ενυπόθηκων Ομολόγων (CDO), δεν παραμένουν δημοφιλή. Ο λόγος της μεταστροφής οφείλεται στις αποδόσεις πιο παραδοσιακών μορφών επενδύσεων, προς όφελος διεθνών τραπεζικών ομίλων, όπως η Citigroup.

Ο Μπραντ Χιντζ της Sanford Bernstein, πρώην στέλεχος της Morgan Stanley, πιστεύει ότι οι απώλειες που υφίστανται από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν εμπνέει ανησυχία. «Η εξέλιξη της Wall Street, όπως και η ίδια η ζωή, είναι γεμάτη από αδιέξοδα», όπως αναφέρει. Νέα προϊόντα θα δημιουργηθούν απορροφώντας την πλειοψηφία των κεφαλαίων που προορίζονται για προϊόντα σταθερής απόδοσης. Ωστόσο, οι επενδυτικές τράπεζες έχουν ακόμα πολλά να χάσουν. Σχεδόν στην πλειοψηφία τους, οι τιμές των μετοχών τους είναι πάνω από την λογιστική τους αξία, δηλαδή από το επίπεδο όπου θεωρούνται φθηνές. Το κλειδί είναι να διαβεβαιώσουν τις αγορές ότι τα «εξωτικά» κεφάλαια στους ισολογισμούς των τραπεζών έχουν κάποια αξία. Οι επενδυτές περιμένουν με κομμένη την ανάσα τα αποτελέσματα τρίτου τριμήνου των εισηγμένων στη Wall Street, τα οποία θα αρχίσουν να δημοσιεύονται από τη δεύτερη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου.

Αποτελεί ενθαρρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι καμία επενδυτική τράπεζα που εξέδωσε ομόλογα στο δεύτερο μισό του Αυγούστου δεν αναφέρθηκε σε νέους κινδύνους, όπως συμβαίνει όταν αυξάνεται το χρέος σε μια εταιρεία. Κάτι τέτοιο δείχνει, παρά το γεγονός ότι τα πράγματα είναι άσχημα, ότι οι τράπεζες δεν περιμένουν βραχυπρόθεσμα περισσότερες δυσάρεστες εκπλήξεις. Η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ο ρυθμιστής των επενδυτικών τραπεζών, εξετάζει αν η φημολογία ότι οι Merrill Lynch και Goldman Sachs ήταν υπερβολικά αισιόδοξες στη βαθμολόγησή τους.

Τουλάχιστον οι επενδυτικές τράπεζες είναι σε καλύτερη θέση απ’ ότι στις προηγούμενες κρίσεις. Η κεφαλαιακή τους διάρθρωση είναι περισσότερο ισσοροπημένη: έχουν αυξήσει τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση κατά 200 εκατ. δολάρια το προηγούμενο έτος, με αποτέλεσμα να είναι λιγότερο ευάλωτες όταν «στερέψουν» οι αγορές κεφαλαίων.

Οι εταιρείες Bear και Lehman Brothers αναμένεται να υποστούν τις μεγαλύτερες συνέπειες, καθώς είναι μικρότερες και επειδή είναι περισσότερο εκτεθειμένες στους ενυπόθηκους τίτλους. Αν οι συνθήκες χειροτερέψουν, θα αναγκαστούν να επαναγοράσουν τους τίτλους.