ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν ήρθε το τέλος του καπιταλισμού

Η χρεoκοπία της Lehman Brothers και η αναγκαστική εκποίηση της Merrill Lynch, δύο εκ των μεγαλύτερων ονομάτων του χρηματοπιστωτικού κλάδου, σηματοδοτούν το τέλος μιας εποχής. Τι θα συμβεί στη συνέχεια;

Οι οικονομικοί κύκλοι υπάρχουν όσο υπάρχουν και οι επιχειρηματικοί κύκλοι και συνήθως οφείλονται σε μεγάλες διαταραχές στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Μετά τους «προοδευτικούς» κύκλους ακολουθούν οι «συντηρητικοί» κύκλοι, που δίνουν τη θέση τους σε καινούργιους «προοδευτικούς» κύκλους και πάει λέγοντας.

Χαρακτηριστικό των προοδευτικών κύκλων είναι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις και των συντηρητικών η συρρίκνωση του ρόλου της κυβέρνησης. Ενας παρατεταμένος προοδευτικός κύκλος διήρκεσε από τη δεκαετία του 1930 ώς εκείνη του 1970 και ακολούθησε ένας συντηρητικός κύκλος με σειρά απορρυθμίσεων που σήμερα φαίνεται να έχει φτάσει στο τέλος του. Με την κρατικοποίηση των δύο κολοσσών της αμερικανικής αγοράς στεγαστικών δανείων, Fannie Mae και Freddie Mac, και αφού έχει προηγηθεί η κρατικοποίηση της βρετανικής Northern Rock, οι κυβερνήσεις άρχισαν να παρεμβαίνουν ξανά για να αποτρέψουν την κατάρρευση της αγοράς. Η εποχή της συντηρητικής οικονομικής πολιτικής έχει παρέλθει – επί του παρόντος.

Το έναυσμα για την επιβολή και στη συνέχεια ανάκληση των ρυθμίσεων δίνει πάντα κάποια οικονομική κρίση. Το έναυσμα για τον τελευταίο προοδευτικό κύκλο, που είναι συνυφασμένος με το Νιου Ντιλ του προέδρου Φρανκλίνου Ρούζβελτ και με τον οικονομολόγο Τζον Μέιναρντ Κέινς, το έδωσε η Μεγάλη Υφεση, μολονότι χρειάστηκαν οι εκτεταμένες κυβερνητικές δαπάνες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να λειτουργήσει σωστά. Στη διάρκεια της τριακονταετούς κεϊνσιανής εποχής, οι κυβερνήσεις του καπιταλιστικού κόσμου διαχειρίστηκαν και ρύθμισαν τις οικονομίες τους έτσι ώστε να διασφαλίσουν πλήρη απασχόληση και ήπιες διακυμάνσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το έναυσμα για τον νέο συντηρητικό κύκλο έδωσε ο πληθωρισμός της δεκαετίας του 1970, που φάνηκε να είναι προϊόν της κεϊνσιανής πολιτικής. Ο γκουρού της οικονομίας εκείνη την εποχή, ο Μίλτον Φρίντμαν, ισχυριζόταν ότι η εσκεμμένη επιδίωξη της πλήρους απασχόλησης ήταν μοιραίο να επιφέρει πληθωρισμό. Οι κυβερνήσεις πρέπει να επικεντρώνονται στη διατήρηση μιας «συνετής» κυκλοφορίας χρήματος και να αφήνουν την οικονομία να φροντίσει τον εαυτό της.

Η τρέχουσα κρίση του συντηρητικού κύκλου σχετίζεται με τη συγκέντρωση μεγάλου όγκου επισφαλών πιστώσεων που έγινε ορατή όταν εκδηλώθηκε η κρίση των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης τον Ιούνιο του 2007 και εξαπλώθηκε σε όλη την αγορά πίστωσης βυθίζοντας τη Lehman Borthers. «Πρόκειται για κάτι σαν ανεστραμμένη πυραμίδα» σχολιάζει ο Τσαρλς Μόρις, στέλεχος επενδυτικής τράπεζας, που τονίζει πως «όσα περισσότερα αιτήματα συγκεντρώνονται τόσο περισσότερο κλυδωνίζεται η οικονομία». Οταν η πυραμίδα αρχίσει να ταλαντεύεται, η κυβέρνηση, δηλαδή οι φορολογούμενοι, πρέπει να παρέμβουν για να χορηγήσουν κεφάλαια στο τραπεζικό σύστημα, να αναθερμάνουν τις αγορές στεγαστικών δανείων και να αποτρέψουν την κατάρρευση της οικονομίας. Από τη στιγμή, όμως, που παρεμβαίνει η κυβέρνηση σε τέτοια κλίμακα, συνήθως θα το κάνει για αρκετό καιρό.

Το ερώτημα που επανέρχεται δεν είναι παρά το παλαιό δίλημμα της οικονομίας: είναι «φύσει» σταθερές οι οικονομίες της αγοράς ή πρέπει να σταθεροποιούνται από την παρέμβαση της πολιτικής; Ο Κέϊνς είχε υπογραμμίσει πόσο εύθραυστες είναι οι προσδοκίες στις οποίες βασίζεται η οικονομική δραστηριότητα σε αγορές στις οποίες υπάρχει αποκέντρωση. Εγγενές στοιχείο του μέλλοντός μας είναι η αβεβαιότητα. Γι’ αυτό και η ψυχολογία του επενδυτή είναι άστατη. «Η κατάσταση της ηρεμίας, ακινησίας, βεβαιότητας και ασφάλειας ξαφνικά διαρρηγνύεται» έγραφε ο Κέινς. «Καινούργιοι φόβοι και ελπίδες θα διαμορφώσουν τη συμπεριφορά των ανθρώπων χωρίς προειδοποίηση». Είναι η κλασική περιγραφή της «συμπεριφοράς αγέλης» την οποία όρισε ο Τζορτζ Σόρος ως κύριο γνώρισμα των χρηματαγορών. Είναι καθήκον της κυβέρνησης να σταθεροποιεί τις προσδοκίες.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Αρθουρ Σλέσινγκερ, οι προοδευτικοί κύκλοι υποκύπτουν στη διαφθορά της εξουσίας και οι συντηρητικοί κύκλοι στη διαφθορά του χρήματος. Τόσο οι μεν όσο και οι δε έχουν χαρακτηριστικά οφέλη και επιπτώσεις. Αν, όμως, εξετάσουμε το παρελθόν, θα δούμε πως η προοδευτική πολιτική των δεκαετιών 1950 και 1960 υπήρξε πιο επιτυχής από τη συντηρητική πολιτική που εφαρμόστηκε στη συνέχεια. Εκτός Κίνας και Ινδίας, των οποίων το οικονομικό δυναμικό απελευθερώθηκε από την οικονομία της αγοράς, η οικονομική ανάπτυξη υπήρξε ταχύτερη και πολύ πιο σταθερή στη χρυσή εποχή του Κέινς παρά στην εποχή του Φρίντμαν. Οι καρποί της διανεμήθηκαν πολύ πιο ισότιμα, ενώ διατηρήθηκε η κοινωνική συνοχή και η ηθική τάξη. Και αυτά είναι σοβαρά οφέλη που βαρύνουν πολύ περισσότερο από τη στασιμότητα σε κάποιες επιχειρήσεις.

Ασφαλώς, η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με ακρίβεια. Σήμερα υπάρχουν μηχανισμοί που θα αποτρέψουν τη διολίσθηση σε μια ολέθρια κατάσταση σαν εκείνη του 1929. Αλλά όταν διογκώνεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως συμβαίνει τώρα, οδεύουμε σαφώς προς νέο κύκλο ρυθμίσεων.

Στην κλασική οικονομική θεωρία της δεκαετίας του 1920 είχε αφαιρεθεί το πρόβλημα της ανεργίας. Η οικονομική θεωρία του Κέυνς, με τη σειρά της, είχε αφαιρέσει το πρόβλημα της ανεπάρκειας και της διαφθοράς των κυβερνητικών στελεχών επειδή υπέθετε ότι οι κυβερνήσεις αποτελούνται από οιδήμονες και καλοπροαίρετους ειδικούς. Η σημερινή «νέα κλασική οικονομική θεωρία» αφαιρεί το πρόβλημα της αβεβαιότητας, για την οποία υποθέτει πως μπορεί να περιορισθεί σε έναν μετρήσιμο (και αντιμετωπίσιμο) κίνδυνο. Αν εξαιρεθούν ορισμένες ιδιοφυΐες, οι οικονομολόγοι διαμορφώνουν τις υποθέσεις τους έτσι ώστε να ταιριάζουν στην εκάστοτε υπάρχουσα κατάσταση και στη συνέχεια τις περιβάλλουν με μιαν αύρα μόνιμης αλήθειας. Οπως έγραψε και ο Τσαρλς Μόρις: «οι διανοούμενοι είναι αξιόπιστοι καθυστερημένοι δείκτες, σχεδόν αλάθητοι οδηγοί σε αυτό που κάποτε ήταν αλήθεια».

* ο κ. Robert Skidelsky είναι μέλος της Βουλής των Λόρδων, επίτιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Warwick, ένας εκ των συγγραφέων βραβευθείσας βιογραφίας του Τζον Μέιναρντ Κέινς και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Σχολής Πολιτικών Ερευνών της Μόσχας. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της Project Syndicate.