ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Η πολύμηνη άνοδος των τραπεζικών μετοχών στα ύψη, ώθησε και χτες τα κερδοσκοπικά κεφάλαια σε ένα άγριο παιχνίδι. Πυροδότησαν τη φυγή των κεφαλαίων κυρίως από τις μετοχές των τραπεζών της Wall Street και της Ευρώπης. Μήπως, όμως, φταίει και η Fed; Οσοι ασπάζονται αυτή την ιδέα επισημαίνουν ότι δίνει στους κερδοσκόπους ισχυρότερα κίνητρα για να κάνουν τώρα την αντίστροφη κίνηση.

Το ξεπούλημα των τραπεζικών μετοχών που ξεκίνησε προχτές από τη Σαγκάη, συνεχίστηκε και χτες με μεγαλύτερη βιαιότητα στην Ευρώπη και στη Wall Street σε μια ημέρα που τα οικονομικά δεδομένα δεν δικαιολογούν σκηνές σφοδρών πωλήσεων. Ο πολυσήμαντος τομέας της βιομηχανικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Γερμανία και τη Γαλλία, που αναδύθηκε από την ύφεση, θα έπρεπε λογικά να είχε σηματοδοτήσει τη θετική επίδραση στη Wall και στα χρηματιστήρια της Ευρώπης.

Συγκεκριμένα, τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες το Institute of Supply Management (ISM) έδειξαν ότι ο δείκτης βιομηχανικής δραστηριότητας ανέκαμψε τον Αύγουστο σε θετικό επίπεδο για πρώτη φορά από τον Ιανουάριο του 2008. Συγκεκριμένα, ο δείκτης ανήλθε πάνω από τις 50 μονάδες. Οταν ο δείκτης του ISM βρίσκεται κάτω από τα επίπεδα των 50 μονάδων σημαίνει τη συρρίκνωση της βιομηχανικής δραστηριότητας και όταν ανέρχεται πάνω από τα επίπεδα των 50 μονάδων σημαίνει την επέκτασή της. Να επισημανθεί ότι τα στοιχεία του ISM καταρτίζονται από τις απαντήσεις των μάνατζερ που ελέγχουν περισσότερες από 400 βιομηχανίες, οι οποίες δραστηριοποιούνται στους τομείς των χημικών, του χαρτιού, της κλωστοϋφαντουργίας, των κομπιούτερ κ.λπ. Η βελτίωση του βιομηχανικού τομέα συνήθως προοιωνίζεται καλές ειδήσεις για το σύνολο της αμερικανικής οικονομίας.

Τα χειρότερα της πιστωτικής κρίσης πιθανότατα να έχουν περάσει, αλλά τα μεγάλα ερωτήματα που άφησε πίσω μένουν να απαντηθούν. Βεβαίως, οι γενναίες ενέσεις ρευστότητας και η μείωση των αμερικανικών επιτοκίων σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα, έχουν λειάνει τις οδυνηρές συνέπειες της κρίσης. Αλλά οι ελπίδες ουσιαστικής ανάκαμψης, επειδή η κατανάλωση είναι η ατμομηχανή της αμερικανικής οικονομίας και ολόκληρου του κόσμου, είναι πενιχρές. Οι φόβοι που υπήρχαν ότι οι Αμερικανοί έχουν σταματήσει να καταναλώνουν εξ αιτίας της ανεργίας, ωστόσο παραμένουν.

Διαχειριστές τόσο των συντηρητικών όσο και των κερδοσκοπικών κεφαλαίων γνωρίζουν πως οι επενδυτές συχνά έχουν την τάση να συγχωρούν πιο εύκολα αν χάνουν χρήματα και οι άλλοι. Το ίδιο ισχύει και για τις οικονομίες.

Στην τελευταία συνεδρίαση ο πρόεδρος της Fed, Μπεν Μπερνάνκι, αφού περιέγραψε μια εικόνα καθησυχασμού για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας και τους κινδύνους από τις πληθωριστικές παρενέργειες της «quantitative easing», έκανε έναν έξυπνο ελιγμό εξόδου. Δηλαδή προανήγγειλε τον τερματισμό της quantitative easing επεκτείνοντας τη χρονική διάρκεια μέχρι το τέλος Οκτωβρίου -αλλά όχι το ποσό των αγορών ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου.

Η Fed από τον περασμένο Μάρτιο υλοποιεί αγορές μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων συνολικής αξίας 300 δισ. δολαρίων. Μέχρι τώρα έχει αγοράσει ομόλογα αξίας 253 δισ. δολαρίων. Ομως, ο τερματισμός της quantitative easing, δηλαδή της ποσοτικής χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, κρύβει πολλές παγίδες.

Η άντληση από το σύστημα της τεράστιας ποσότητας ρευστότητας θα γίνει με δύο τρόπους, έχει διευκρινίσει στο Κογκρέσο ο κ. Μπερνάνκι. Η Fed, πρώτον, θα πληρώσει αυξημένο επιτόκιο στις δεσμευμένες καταθέσεις των τραπεζών επιδιώκοντας την προσέλκυσή τους και δεύτερον, θα πουλήσει στην αγορά τα μακροπρόθεσμα ομόλογα που έχει αγοράσει απορροφώντας, όμως, τη ρευστότητα που θα προκληθεί. Ωστόσο, τα δύο αυτά εργαλεία που καθόρισε ο κ. Μπερνάνκι συνήθως χρησιμοποιούνται για ομαλές συνθήκες και θεωρούνται ανεπαρκή για στρατηγική εξόδου από μη συμβατικές πολιτικές.