ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σαρκοζί, Μέρκελ και Μπράουν κατά των μπόνους

Επίθεση κατά της κουλτούρας των υπέρογκων μπόνους και των ριψοκίνδυνων τακτικών που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στον τραπεζικό κλάδο και οδήγησαν στη διετή χρηματοπιστωτική κρίση εξαπέλυσε ο πρόεδρος της Γαλλίας, Νικολά Σαρκοζί, η καγκελάριος της Γερμανίας, Αγκελα Μέρκελ, αλλά και ο Βρετανός πρωθυπουργός, Γκόρντον Μπράουν, σε κοινή επιστολή που απέστειλαν στον πρωθυπουργό της Σουηδίας και πρόεδρο της Ε.Ε., Φρέντερικ Ρέιφελντ. Η κοινή επιστολή των Μέρκελ, Μπράουν και Σαρκοζί ενισχύει τη θέση των 27 κρατών-μελών της Ε.Ε. Προ δύο ημερών, στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών στις Βρυξέλλες, υπήρχε συναίνεση ως προς την αναγκαιότητα λήψης μέτρων, αλλά οι απόψεις διίσταντο ως προς το περιεχόμενό τους. Η επιστολή ενισχύει τις πιθανότητες χάραξης ενός κοινού σχεδίου δράσης σε παγκόσμια κλίμακα, τόσο στο πλαίσιο της συνάντησης των υπουργών Οικονομικών του G20 που λαμβάνει χώρα στο Λονδίνο σήμερα και αύριο, όσο και στη συνάντηση κορυφής των ηγετών του G20 στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, που είναι δρομολογημένη για τις 24 και 25 Σεπτεμβρίου.

Κομβικό ρόλο ως προς τη χάραξη μιας κοινής θέσης ήταν η απόφαση του Γκόρντον Μπράουν να στηρίξει την πρόταση της Γαλλίας για την επιβολή ενός πλαφόν στο ύψος των μπόνους υψηλόβαθμων στελεχών, με τη διαφοροποίηση ότι αυτό θα επιβληθεί επί των συνολικών πακέτων αποδοχών ή επί των συνολικών κερδών και όχι σε ατομική βάση. Σε συνέντευξη που έδωσε ο Βρετανός πρωθυπουργός στην εφημερίδα Financial Times νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, είχε εκφράσει επιφυλάξεις για τη δυνατότητα εφαρμογής ενός τέτοιου μέτρου σε διεθνές επίπεδο.

Οι ηγέτες των τριών μεγαλύτερων κρατών της Ε.Ε. συμφώνησαν, επίσης, στο ότι το ύψος των μπόνους θα πρέπει να συνδέεται με τη μακροπρόθεσμη απόδοση των τραπεζών και να αναπροσαρμόζεται προς τα κάτω σε περίπτωση που «υπάρξουν αρνητικές εξελίξεις στην οικονομική κατάσταση μιας τράπεζας». Τα δικαιώματα αγοράς μετοχών (stock options) ή μετοχές δεν θα πρέπει να ασκούνται ή να πωλούνται, αντιστοίχως, για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και να πρέπει να συγκρατούνται σε συγκεκριμένο επίπεδο ως το βασικό μισθό. Στην περίπτωση που ένας τραπεζικός όμιλος αρνηθεί να συμμορφωθεί με αυτές τις αρχές μιας χώρας τότε δεν θα πρέπει να αποκτά το δικαίωμα ανάπτυξης δραστηριότητας σε αυτήν.

Για τη συγκράτηση ριψοκίνδυνων τακτικών από τράπεζες που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος προτείνεται η αύξηση των ορίων κεφαλαιακής επάρκειας, δηλαδή της «ασπίδας» τους σε περιπτώσεις μεγάλων απωλειών. Αντίθετα, η ένωση εργοδοτών στην Ιταλία και τη Γερμανία -Confidustria και BDI, αντίστοιχα- διεμήνυσαν μέσω δικής τους επιστολής στον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, και τον κ. Ρέινφελντ, πως είναι απαραίτητη η χαλάρωση των ορίων κεφαλαιακής επάρκειας για να διευκολυνθεί η ροή πίστωσης στην οικονομία, και κατ’ επέκταση στην ανάκαμψη.

Στην επιστολή των Σαρκοζί, Μέρκελ και Μπράουν βάρος δόθηκε και στη δημιουργία ενός διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου για την εκκαθάριση τραπεζικών ομίλων όπου ο κίνδυνος κατάρρευσής τους, ενδεχομένως, να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλο το χρηματοοικονομικό σύστημα. Τέλος, αναφέρεται ότι «η υποχώρηση των πιέσεων μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση επαναφοράς των τακτικών του παρελθόντος. Αυτό δεν μπορεί να συνιστά επιλογή».