ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν αρκούν μόνο τα υψηλότερα κεφάλαια

Ενας Αμερικανός δικαστής είχε πει κάποτε πως είναι δύσκολο να προσδιορίσει τι είναι ακριβώς πορνογραφία, αλλά την «αναγνωρίζει όταν την βλέπει». Κάτι αντίστοιχο ισχύει για τις τράπεζες που βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού. Είναι δύσκολο να οριοθετήσει κανείς ένα αρχέτυπο πτώχευσης από τη χρηματοπιστωτική κρίση που έχει ξεσπάσει εδώ και μια διετία. Τράπεζες με υψηλό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, όπως η αμερικανική επενδυτική Lehman Brothers και οι τράπεζες της Ισλανδίας, οδηγήθηκαν σε απόλυτη καταστροφή, ενώ άλλες με χαμηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας επιβίωσαν. Η αναγνώριση μιας τραπεζικής καταστροφής δεν είναι δυνατή, παρά μόνον όταν βρεθεί στο χείλος της καταστροφής.

Υπήρχε, ωστόσο, ένα κοινό στοιχείο σε κάθε τέτοια περίπτωση. Μια μεγάλη εξάρτηση από τη χονδρική τραπεζική. Καθώς το δυτικό τραπεζικό σύστημα έχει επεκταθεί ραγδαίως τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία να διαμορφώνονται σε επίπεδα 2,5 φορές υψηλότερα των καταθέσεων, οι εταιρείες του κλάδου επιδίωκαν εναλλακτικούς τρόπους άντλησης κεφαλαίων, λόγω του αυξημένου ανταγωνισμού. Οι πιέσεις που δέχονται οι τράπεζες για άντληση κεφαλαίων έχουν πράγματι υποχωρήσει. Από τις αρχές του έτους μέχρι σήμερα, οι δυτικές τράπεζες έχουν εκδώσει ομόλογα συνολικής αξίας 645 δισ. δολαρίων δίχως κρατικές εγγυήσεις, σύμφωνα με την εταιρεία αναλύσεων Dealogic. Ομως, δεν ευσταθεί το συμπέρασμα ότι ο τραπεζικός κλάδος μπορεί να οχυρωθεί με κεφάλαια, όταν επιβιώνει με κρατικές εγγυήσεις. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η παραχώρηση κεφαλαίων από τις κεντρικές τράπεζες και οι κρατικές εγγυήσεις για την κάλυψη ομολογιακών δανείων ανέρχονται στα 2,7 τρισ. δολάρια, αντανακλώντας το 9% της χονδρικής τραπεζικής. Δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί σαφής εικόνα των μεταρρυθμίσεων που συζητιούνται σε επίπεδο κρατών ή διεθνών οργανισμών, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει καμία επιστροφή στον ιδεατό κόσμο του παρελθόντος, τότε που το ένα δολάριο που καταθέτονταν σε μια τράπεζα μπορούσε να παραχωρηθεί σε δάνειο, και ούτε ένα σεντ παραπάνω.