ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Ευλόγως αναρωτιέται κάποιος: Γιατί οι ηγέτες των τριών μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρώπης -Γερμανίας, Βρετανίας και Γαλλίας- απεμπόλησαν την ιστορική ευκαιρία να συμφωνήσουν και να πείσουν και το G20 σε κανόνες που θα απέτρεπαν στο μέλλον την «τοξική ασυδοσία» των τραπεζών; Και γιατί αρκέστηκαν σε προτάσεις επιβολής κανόνων μόνο στα μπόνους των golden boys; Προφανώς, από αδυναμία και από λαϊκιστική νοοτροπία.

Αντί, λοιπόν, να στενέψουν τα περιθώρια δράσης των golden boys σε ολόκληρο το πλέγμα της χρηματοοικονομικής εξουσίας, η Μέρκελ, ο Μπράουν και ο Σαρκοζί με κοινή επιστολή δηλώνουν ότι συμφώνησαν να θεσμοθετηθούν «υποχρεωτικοί κανόνες» στα μπόνους των τραπεζιτών, στο παρά πέντε της συνάντησης των υπ. Οικονομικών του G20 σήμερα στο Λονδίνο. Σε ένα ενιαίο μέτωπο εν όψει της Συνόδου Κορυφής του G20 που θα πραγματοποιηθεί σε 20 μέρες στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, οι τρεις Ευρωπαίοι ηγέτες απαιτούν τη λήψη μέτρων για τη «συμμόρφωση» των τραπεζικών στελεχών πάνω στο επίμαχο μεν αλλά επουσιώδες ζήτημα των μπόνους των τραπεζιτών.

Ωστόσο, μείζον παραμένει το ζήτημα της εξυγίανσης των τραπεζών. Το τραπεζικό σύστημα είναι «κλειδί» για μία βιώσιμη ανάπτυξη και υπάρχουν τρεις λόγοι γι’ αυτό. Πρώτον, χωρίς ένα εύρυθμο χρηματοπιστωτικό σύστημα οι δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές δεν στηρίζουν όσο θα μπορούσαν τη ζήτηση, δεύτερον, το κύμα των ζημιών από την ύφεση που έπληξε το χρηματοπιστωτικό σύστημα προκαλεί κινδύνους για περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία και τρίτον, χωρίς συγκροτημένη δράση, το παγκόσμιο και το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα πιθανώς να συνεχίσει να επιβιώνει για μεγάλο διάστημα, απορροφώντας με το σταγονόμετρο δημόσιους πόρους. Οι αιτίες που προκάλεσαν το χρηματοπιστωτικό κραχ είναι πολλές -μεταξύ αυτών, η οικονομική κακοδιοίκηση, οι αδυναμίες του εποπτικού συστήματος (bad regulation) και η τραπεζική απληστία- και παραμένουν. Και όχι τα μπόνους.

Οντως, οι σύγχρονοι τραπεζίτες δεν σέβονται τις εποπτικές αρχές (regulators). Το σημαντικό γι’ αυτούς ήταν να βρουν τρόπους να παρακάμψουν το εποπτικό πλαίσιο, να μεταφέρουν τα παράγωγα (derivatives) εκτός των ισολογισμών των τραπεζών και να επινοήσουν μεθόδους που να εξαλείφουν, με μαγικό τρόπο, τον κίνδυνο των τραπεζικών δανείων. Οταν ξέσπασε η κρίση, ήταν σε αγορές και προϊόντα που μας είχαν πει είτε ότι ήταν ασφαλή, όπως τα ενυπόθηκα δάνεια, είτε ότι ο κίνδυνος ήταν τόσο διάχυτος ώστε κανένας πλέον να μην τα αναγνωρίζει ως στοιχεία υψηλού κινδύνου (risk assets). Οι τραπεζίτες είχαν ξεγελάσει τους πάντες, ακόμα και τον ίδιο τους τον εαυτό. Και, βέβαια, έχασαν δισεκατομμύρια, εκατοντάδες δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Αλλά δεν προσέγγισαν όλες οι χώρες την κρίση με τον ίδιο τρόπο: Ορισμένες προχώρησαν στην εθνικοποίηση των τραπεζών, ενώ κάποιες άλλες τους προσέφεραν εγγυήσεις. Σε κάθε περίπτωση, όλες οι κυβερνήσεις δαπάνησαν τεράστια ποσά για να διασφαλίσουν τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος. Μερικές φορές η στήριξη ήταν φανερή με τη μορφή άμεσων κρατικών επενδύσεων στις τράπεζες. Αλλες φορές ήταν σιωπηρή, με τη μορφή φθηνότερου δανεισμού χρημάτων από τις αγορές ομολόγων ή καταθετών. Αλλά οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να βρίσκονται από πίσω τους. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η κρατική στήριξη είναι αυτή που κρατάει το σύνολο του τραπεζικού κλάδου στη ζωή.