ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενα χρόνο μετά, η κρίση παραμένει

Σαν χθες ξεκίνησε πριν από ένα έτος η κατάρρευση των μετοχών της LehmaBrothers στο αμερικανικό χρηματιστήριο, που πέντε ημέρες αργότερα, στις 15 Σεπτεμβρίου, κατέληξε στην πτώχευση της εμβληματικής επενδυτικής τράπεζας. Το γεγονός έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για τη «συντέλεια» που ακολούθησε στη Wall Street, πυροδοτώντας μία πρωτοφανή στη σύγχρονη εποχή κρίση εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Σήμερα, πολιτικοί και οικονομολόγοι μελετούν το χρονοδιάγραμμα της κρίσης, εξετάζουν τις προοπτικές ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Δεδομένου ότι πριν από ένα χρόνο τέτοιες ημέρες λαμβάνονταν αποφάσεις για μερική κρατικοποίηση αμερικανικών κολοσσών, με προεξάρχουσα εκείνη της ασφαλιστικής AIG, ενώ η Merrill Lynch παραδιδόταν αμαχητί στην Bank of America και η πίστωση στέρευε παγκοσμίως, προκαλώντας απίθανες εικασίες περί κατάρρευσης του καπιταλισμού, είναι δικαιολογημένη η συγκρατημένη αισιοδοξία που εκφράζουν πολιτικοί και οικονομολόγοι, επικαλούμενοι ορισμένα ενθαρρυντικά στατιστικά στοιχεία. Μεταξύ τους υπερισχύει η αντίληψη πως έχει παρέλθει η χειρότερη φάση της παγκόσιας οικονομικής ύφεσης που ακολούθησε, καθώς πολλοί δείκτες κατατείνουν σε σταθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας και ενδεχομένως σε ήπια ανάκαμψη πιο σύντομα από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί. Παράλληλα, όμως, οι πάντες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις ολέθριες επιπτώσεις που θα επέφερε μια εσπευσμένη ανάκληση των μέτρων τόνωσης της οικονομίας, ενώ προειδοποιούν πως τα δεινά δεν έχουν τελειώσει. Η προσεκτική αυτή εκτίμηση ακούγεται το τελευταίο διάστημα από όλο και περισσότερα επίσημα χείλη: ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Ντομινίκ Στρος-Καν, εκτιμά πλέον πως η ανάκαμψη θα έλθει ίσως ένα τρίμηνο νωρίτερα από το πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους, στο οποίο είχε αρχικά τοποθετήσει την επιστροφή στην ανάπτυξη. Ο ίδιος, ωστόσο προειδοποιεί ότι «βρισκόμαστε ακόμη σε κρίση». Η αμφίσημη δήλωσή του απηχεί τις εκτιμήσεις του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν Κλοντ Τρισέ, που έπειτα από μία χθεσινή συνάντησή κεντρικών τραπεζιτών επικαλέστηκε μια σειρά βελτιωμένων στοιχείων, προβλέψεων και εκτιμήσεων, καθώς και του προεδρεύοντος του συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, που τόνισε προ ημερών ότι η χειρότερη φάση της κρίσης έχει «προς το παρόν» τελειώσει. Την εκτίμηση πως η ανάκαμψη θα έλθει πιο γρήγορα συμμερίζεται πλέον και ο ΟΟΣΑ που, ωστόσο, προειδοποιεί ότι η οικονομική δραστηριότητα θα παραμείνει αναιμική το επόμενο έτος. Εξ ίσου επιφυλακτικοί φάνηκαν μετά την πρόσφατη συνάντησή τους και οι υπουργοί Οικονομικών του G20, καθώς στο κοινό ανακοινωθέν τους απέφυγαν να κηρύξουν λήξασα την ύφεση και εξέφρασαν προβληματισμό για τον ενδεδειγμένο τρόπο και χρόνο της εξόδου από τα μέτρα τόνωσης της οικονομίας.

Αν, όμως, τα ερωτήματα περί του χρόνου και της ισχύος της επικείμενης ανάκαμψης είναι ώς ένα βαθμό τεχνικής φύσης, παραμένει ο προβληματισμός περί της πιθανότητας επανάληψης μίας παρόμοιας κρίσης στο μέλλον. Στο ακανθώδες ερώτημα επιχείρησε να απαντήσει χθες, με μάλλον φιλοσοφική διάθεση, ο πρώην πρόεδρος της Fed, της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, Αλαν Γκρίνσπαν, προεξοφλώντας μια επανάληψη της κρίσης ως… αναπόφευκτη συνέπεια της ανθρώπινης φύσης. Ο άλλοτε πανίσχυρος κ. Γκρίνσπαν, που έχει προσελκύσει τα βέλη μεγάλης μερίδας οικονομολόγων επειδή δεν απέτρεψε την κρίση εν τη γενέσει της, την απέδωσε στην τάση των ανθρώπων να θεωρούν ότι οι καλές εποχές της ανόδου των αγορών δεν θα αντιστραφούν. Την άποψή του, ωστόσο, δεν συμμερίζονται επιφανείς οικονομολόγοι, όπως ο κάτοχος Νομπέλ Οικονομίας Πολ Κρούγκμαν, που συμφωνεί μεν ως προς την προοπτική μιας νέας κρίσης στο μέλλον, αλλά προτιμά να την αποδίδει στην ασωτεία των αγορών, στην απληστία των στελεχών τραπεζών και στην απουσία ρυθμίσεων για τον χρηματοοικονομικό κλάδο.