ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το 2008, όπως και προτού ξεσπάσει η κρίση του 1929, ο κόσμος ζούσε στην πλάνη

«Εχουμε εμπλακεί σε ένα κολοσσιαίο μπέρδεμα, έχοντας παρέμβει στον έλεγχο ενός ευαίσθητου μηχανισμού τη λειτουργία του οποίου δεν κατανοούμε καθόλου». Αυτή η δήλωση θα μπορούσε να αφορά την τρέχουσα οικονομική κρίση, αλλά διατυπώθηκε από τον οικονομολόγο Τζον Μέιναρντ Κέινς, προ ογδόντα ετών, για το Κραχ του ’29 και τη Μεγάλη Υφεση του ’30. Κοινό χαρακτηριστικό στην υφιστάμενη κρίση και το Κραχ του ’29, είναι η πλάνη μέσα στην οποία ζούσε ο κόσμος πριν από το ξέσπασμά τους. Τότε και τώρα, πριν από την κρίση επικρατούσε η θεωρία ότι το μυστικό του οικονομικού κύκλου είχε λυθεί και πως ο κόσμος θα ζούσε πλέον σε μια ευθεία γραμμή ευημερίας και σταθερότητας.

Τότε, οι ιθύνοντες του πολιτικού και οικονομικού κόσμου δεν είχαν υποψιαστεί καν την άφιξη της βίαιης διόρθωσης στις αγορές. Ο οικονομολόγος Ιρβινγκ Φίσερ ήταν πεπεισμένος έως και το φθινόπωρο του 1929, δηλαδή μια ανάσα πριν από το Κραχ, ότι «οι τιμές των μετοχών έχουν ισορροπήσει σε ένα μόνιμα υψηλό επίπεδο». Ο πρόεδρος των ΗΠΑ και ένας από τους βασικούς υπεύθυνους της Μεγάλη Υφεσης του ’30, ο Κάλβιν Κούλιτζ, είπε το 1928 πως «οι ΗΠΑ δεν είχαν ποτέ συναντήσει τόσο ευχάριστες προοπτικές όπως την παρούσα στιγμή». Το ίδιο έτος, ο Χέμπερτ Χούβερ, δήλωσε πως «σύντομα, με τη βοήθεια του Θεού, θα ξημερώσει η ημέρα που θα έχει εξοστρακιστεί η φτώχεια από το έθνος μας». Σημειωτέον ότι ο Χούβερ έλαβε τα ηνία από τον Κούλιτζ για να στιγματιστεί στην ιστορία ως ένας από τους πιο αποτυχημένους προέδρους των ΗΠΑ. Εισέπραξε μια σαρωτική ήττα από τον Φρανγκλίνο Ρούζβελτ, το Νοέμβριο του 1932. Μέχρι τότε στη χώρα βασίλευαν το κεφάλαιο, οι τράπεζες και η Γουόλ Στριτ. Το 1929, δύο από τα πέντε δολάρια κάθε δανείου τοποθετούνταν σε μετοχές, ενώ οι ίδιες οι τράπεζες χρησιμοποιούσαν τις καταθέσεις των πελατών τους για να επενδύσουν στο χρηματιστήριο. Δεν υπήρχε ούτε Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ούτε αρχή εγγύησης των καταθέσεων.

Στις 24 Οκτωβρίου του 1929, η Γουόλ Στριτ οδηγήθηκε σε ελεύθερη πτώση. Ηταν η Μαύρη Πέμπτη, που την διαδέχτηκε η Μαύρη Παρασκευή, Δευτέρα και Τρίτη. Μέσα σε λίγες ημέρες εξανεμίστηκαν 25 δισ. δολάρια, δηλαδή 319 δισ. δολάρια σε σημερινές αξίες. Οι τιμές των μετοχών δεν ανέκαμψαν στα προ της κρίσης επίπεδα παρά το 1954. Για να ανασυρθεί η αμερικανική οικονομία από την Μεγάλη Υφεση έπρεπε να ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μέχρι τότε κάθε γωνιά του κόσμου είχε επηρεαστεί, και μαζί του υπέφεραν εκατομμύρια άνθρωποι. Η ανεργία στις ΗΠΑ είχε φθάσει το 25%. Σε ορισμένες χώρες ήταν μεγαλύτερη του 33%.

Μετά από πολλά χρόνια, το 2003, ο νομπελίστας οικονομολόγος Ρόμπερτ Λούκας θα υποστήριζε ότι «το πρόβλημα πρόληψης μιας ύφεσης έχει λυθεί». Παρά τη διαβεβαίωσή του, ωστόσο, σήμερα ο παγκόσμιος χρηματοπιστωτικός κλάδος έχει υποστεί ζημιές και διαγραφές 1,6 τρισ. δολαρίων, και η διεθνής οικονομία παλεύει με τη βαθύτερη κρίση μετά από εκείνη του ’30. Ο Αλαν Γκρίνσπαν, πρώην πρόεδρος της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως δεν είχε αντιληφθεί τα πρώτα κρούσματα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, παρά το ότι η μακροχρόνια χαλαρή νομισματική πολιτική που ακολούθησε είχε δημιουργήσει υπεραξίες στην αγορά κατοικίας και εκτίναξη του δανεισμού. Ο νυν κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ, Μπεν Μπερνάνκι, έχει εξαντλήσει κάθε μέσο στήριξης του τραπεζικού συστήματος. Εάν ο πολιτικός και οικονομικός κόσμος του μέλλοντος διδαχθεί από τα τωρινά λάθη είναι ένα ερώτημα που ίσως απαντηθεί την επόμενη ογδοηκονταετία – ή και νωρίτερα…