ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Euroland

Στο ερώτημα: τι θα προκύψει από το επικείμενο G20, το οποίο θα συνεδριάσει μετά από δέκα ημέρες για την προοπτική του διεθνούς χρηματοοικονομικού τομέα, ασφαλής απάντηση δεν υπάρχει. Και αυτό, όχι μόνο εξαιτίας των διαφωνιών που αναπτύχθηκαν μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για το πλαίσιο γύρω από το οποίο θα πρέπει να κινηθεί στο εξής το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, αλλά, επιπλέον, διότι η αποτίμηση του οποιουδήποτε αποτελέσματος ως θετικού ή αρνητικού, εξαρτάται από το τι οικονομικό μοντέλο θέλουμε. Ή ακριβέστερα, από τι μοντέλο κοινωνίας προτιμάμε, προκειμένου να προσδιορίσουμε και το οικονομικό μοντέλο που επιθυμούμε και άρα πώς και υπό ποίους κανόνες θα πρέπει να λειτουργεί και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το μείζον δίλημμα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι ηγέτες όλων των ισχυρών κρατών του κόσμου, είναι εάν θα δρομολογηθούν περιορισμοί και αυστηρές ρυθμίσεις εποπτείας στη λειτουργία του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος ή εάν το σύστημα θα εξακολουθεί να κινείται ελεύθερο, όπως και πριν από την κρίση, μέσα ενδεχομένως σε κάποιο χαλαρό πλαίσιο. Τη στιγμή αυτή, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα μοιάζει να αιωρείται μεταξύ του αόρατου χεριού των αγορών και του διστακτικού χεριού των κυβερνήσεων. Και το ερώτημα λοιπόν, επί της ουσίας, είναι εάν οι κυβερνήσεις επιλέξουν ένα περισσότερο πολιτικό μοντέλο ή όχι. Εάν δηλαδή παρέμβουν, δημιουργώντας ένα δυνατό θεσμικό υπόβαθρο εποπτείας, για την ανάπτυξη του χρηματοοικονομικού τομέα διεθνώς ή εάν αφήσουν τα πράγματα να εξελίσσονται αυτόνομα, με γνώμονα τις επιδιώξεις των αγορών.

Στην τελευταία περίπτωση, θα έχουμε μία επανάληψη του οικονομικού μοντέλου που ζήσαμε όλα τα τελευταία είκοσι – είκοσι πέντε χρόνια. Πράγμα που σημαίνει ότι θα διανύσουμε και πάλι φάσεις κερδοσκοπικής έξαρσης αργά ή γρήγορα, μετά τον κύκλο της ύφεσης, άρα δεν θα εκλείψουν και στο μέλλον τα φαινόμενα των μικρών και μεγάλων κρίσεων, όπως και αυτή της τελευταίας διετίας. Παράλληλα, σε κοινωνικό επίπεδο, το ατομικό συμφέρον και το άκρατο καταναλωτικό μοντέλο θα κυριαρχεί έναντι του δημοσίου και των κοινωνικών ισορροπιών, ενώ στις περιόδους κρίσεις τα μεγαλύτερα θύματα θα αποτελούν οι ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες.

Αναμφίβολα, κατά την προσωπική μας γνώμη, η πρώτη επιλογή της πολιτικής παρέμβασης, δημιουργεί μία ασφαλέστερη και πολύ πιο υγιή προοπτική. Και είναι ευχής έργον να υιοθετηθούν από το G20 κανόνες και περιορισμοί που θα περιορίζουν την ανεξέλεγκτη χρηματοδοτική και επενδυτική δραστηριότητα του συστήματος. Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να χορηγούν οι αμερικανικές τράπεζες δάνεια σε κόσμο που δεν διαθέτει το στοιχειώδες εισόδημα, ούτε είναι δυνατόν να χρηματοδοτούν πέντε και έξι φορές το κεφάλαιο ενός κερδοσκοπικού fund, όταν σε άλλες περιπτώσεις δεν χρηματοδοτείται ούτε μία φορά το κεφάλαιο ενός ιδιώτη για την αγορά ακινήτου.

Το τι, ωστόσο, θα προκύψει από το G20 στην Πενσυλβάνια, δεν μπορούμε να το προδικάσουμε. Κρατάμε όμως σοβαρές επιφυλάξεις για το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αυτή την ώρα, από τη μία πλευρά είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία, που φοβούνται να βρεθούν σε αντιπαράθεση με τη χρηματοπιστωτική τους βιομηχανία (η οποία είναι αυτή που προκάλεσε την κρίση) και από την άλλη είναι κυρίως η Γερμανία και η Γαλλία.