ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιστροφή στο συνεταιρικό μοντέλο της Wall Street

Οχι μόνο δεν θα αποτελέσει απειλή για τη Wall Street, αλλά μπορεί να γίνει και σωτήρας της. Ο λόγος για την υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας, Κριστίν Λαγκάρντ, που ηγήθηκε της εκστρατείας συγκράτησης των αμοιβών των τραπεζικών στελεχών ενόψει της συνόδου κορυφής του G20, αυτό τον μήνα. Παρότι, μπροστά στην αντίδραση των Αγγλοαμερικανών, υπήρξε κάποια οπισθοχώρηση στις εκκλήσεις των Γάλλων για την επιβολή πλαφόν στα μπόνους, οι πιέσεις της κ. Λαγκάρντ για παγκόσμια δράση δεν θα χαλαρώσουν εύκολα.

Μη φοβάστε. Η Wall Street μπορεί να εξέλθει αλώβητη αν η δημόσια συζήτηση που υποκίνησε η κ. Λαγκάρντ καταλήξει σε νέο εναγκαλισμό του συνεταιρικού μοντέλου. Η δομή αυτή εξυπηρέτησε τη Wall Street επί δεκαετίες και εφοδίασε τους τραπεζίτες με πλούσιες αποζημιώσεις, προτού οι οίκοι σπεύσουν να εισαχθούν στο χρηματιστήριο για να γίνουν χρηματοοικονομικοί Γολιάθ. Κάτι τέτοιο θα άμβλυνε επίσης την ανάγκη μεγαλύτερης κυβερνητικής παρέμβασης στις αγορές. Αν διακυβεύεται η καθαρή αξία των ίδιων των τραπεζιτών, υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να σταθμίζουν πιο προσεκτικά τους κινδύνους, και οι ίδιοι να είναι λιγότερο πρόθυμοι να στοιχηματίσουν μεγάλα δανεικά ποσά.

Πώς θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στις ρίζες του συνεταιρισμού στη Wall Street; Οι πιέσεις για μείωση μισθών, όπως θα υποστηρίξουν οι τραπεζίτες, ίσως καταλήξουν σε μαζική έξοδο των ταλέντων από τις μεγάλες τράπεζες. Αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα κι αν το G20 επιδείξει υποκριτική αφοσίωση στη γαλλική έκκληση για επιβολή περιορισμών στα μπόνους. Αφότου ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Τίμοθι Γκάιτνερ, μετέφερε το επίκεντρο των συζητήσεων του περασμένου Σαββατοκύριακου από τις αμοιβές των τραπεζιτών στις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, η ομάδα εξέδωσε ανακοίνωση η οποία καλούσε μόνο για διερεύνηση «πιθανών προσεγγίσεων για τον περιορισμό των συνολικών αποζημιώσεων».

Αυτό ήταν πολύ πιο ήπιο από τα αυστηρά μέτρα που ζητούσε η Γαλλία. Ωστόσο, η παγκόσμια, λαϊκιστική οργή για τις τραπεζικές αμοιβές απειλεί να κρατήσει ζωντανή τη δημόσια συζήτηση. Γιατί, λοιπόν, ένας τραπεζίτης να μείνει να δει τη συνέχεια; Καλύτερα να αποχωρήσει όσο τα πράγματα είναι καλά. Σε μια τέτοια περίπτωση, πολλοί «φυγάδες» τραπεζίτες και διαχειριστές κεφαλαίων θα ίδρυαν δικές τους εταιρείες ή επενδυτικά κεφάλαια. Η έλλειψη ταλέντων θα οδηγούσε σε συρρίκνωση πολλές εταιρείες από εκείνες που είναι πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν. Οι εναπομείναντες θα ήταν εκείνοι που ζητούν μια σταθερή, ανιαρή τραπεζική θέση.

Βέβαια, οι «φυγάδες» δεν θα γνώριζαν αν οι νέες εταιρείες θα επιτύχουν. Ετσι, θα κατέφευγαν στις ίδιες μεθόδους μισθοδοσίας που οδήγησαν και τους ίδιους σε φυγή. Κάποιοι θα παρέμεναν παράλογοι, συνεχίζοντας να ακολουθούν την τακτική των δυσθεώρητων μισθών, πιθανώς πυροδοτώντας μελλοντικές κρίσεις. Ο κίνδυνος θα υπάρχει πάντα. Κανείς δεν μας διαβεβαιώνει ότι η Lehman Brothers θα είχε επιβιώσει, ακόμα και αν δεν είχε εισαχθεί ποτέ στο χρηματιστήριο. Το συνεταιρικό πνεύμα θα επέβαλλε κάποιους φραγμούς στα «ζωώδη ένστικτα» που καταλαμβάνουν συνήθως τη Wall Street. Δεν θα εξανέμιζε το κίνητρο του κέρδους, ζωτικό συστατικό όλων των οικονομιών της αγοράς. Παρ’ όλα αυτά, θα ωθούσε σε μια νέα εκτίμηση του ρίσκου: όταν κινδυνεύει η καθαρή αξία ενός στελέχους, το τελευταίο τείνει να ενεργεί με μεγαλύτερη υπευθυνότητα.