ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιχείρηση εξυγίανσης των τραπεζών στην Ιρλανδία

Πολλοί κατονομάζουν την «αποστολή ΝΑΜΑ» ως το μεγαλύτερο στοίχημα που επιχειρεί η κυβέρνηση της Ιρλανδίας τα τελευταία 87 χρόνια. Ο πρωθυπουργός της χώρας, Μπράιαν Κόουεν, έσπευσε να τονίσει ότι το ΔΝΤ στηρίζει το σχέδιο της κυβέρνησης για την αποτοξίνωση του τραπεζικού κλάδου με κρατικά κεφάλαια 54 δισ. ευρώ. Η αγορά αντέδρασε θετικά στη δημιουργία της «κακής τράπεζας», ωστόσο η υπηρεσία πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s ξεκαθάρισε ότι διατηρεί αμετάβλητη τη βαθμολογία της Ιρλανδίας στο «Αa1» με αρνητική προοπτική, λόγω των ευρύτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η οικονομία. Πράγματι, η χώρα βρίσκεται στην πλέον δυσμενή θέση από κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης, εν μέσω της χειρότερης οικονομικής κρίσης, μετά τη Μεγάλη Υφεση του ’30. Η πηγή των προβλημάτων δεν είναι άλλη από το σκάσιμο της φούσκας στην αγορά των ακινήτων και των συνεπειών στον τραπεζικό κλάδο.

Η Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (National Asset Management Agency, NAMA) είναι η τελευταία απόπειρα για τη στήριξη του τραπεζικού κλάδου. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση εγγυήθηκε εξ ολοκλήρου τις καταθέσεις και μέρος του ενεργητικού των τραπεζών, συνολικού ύψους 440 δισ. ευρώ. Εχει ήδη διαθέσει 11 δισ. ευρώ για την κεφαλαιακή ενίσχυση των Allied Irish Banks και Bank of Ireland και κρατικοποίησε την Anglo Irish Βank.

Η ΝΑΜΑ είναι μια εκδοχή «κακής τράπεζας». Δημιουργήθηκε για να απορροφήσει δάνεια ονομαστικής αξίας 77 δισ. ευρώ, αλλά σε αξία 30% χαμηλότερη. Η τρέχουσα αξία τους εκτιμάται στα 47 δισ. ευρώ με βάση τις υφιστάμενες τιμές των ακινήτων. Θα παρέχει, επίσης, υπηρεσίες αναδόχου. Επί της ουσίας, η ΝΑΜΑ θα δώσει κρατικά ομόλογα για να λάβει προβληματικά δάνεια. Οι τράπεζες θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ομόλογα για την άντληση ρευστού από την ΕΚΤ.

Ο μεγαλοεπενδυτής Ντέρμοτ Ντέσμοντ εκτίμησε ότι «η δημιουργία ενός φορέα, επιδοτούμενου από το κράτος, για να είναι ο βασικός ιδιοκτήτης εμπορικών ακινήτων στη χώρα, δεν είναι λύση στην έλλειψη ρευστότητας. Είναι ένας ανεπαρκής αντιπερισπασμός με υψηλό κόστος». Αυτό, φυσικά, αφορά ένα ευρύτερο θέμα. Θα φανταζόταν κανείς ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα κατείχε σήμερα το 60% της General Μotors ή το 34% της Citigroup;