ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το ελεύθερο εμπόριο έμεινε στην προεκλογική ατζέντα του προέδρου Ομπάμα

Αν και ο κ. Ομπάμα προκάλεσε συναγερμό μεταξύ των οπαδών του ελεύθερου εμπορίου πέρυσι όταν στο πλαίσιο της προεκλογικής του εκστρατείας είχε ταχθεί υπέρ μιας επαναδιαπραγμάτευσης της NAFTA, οι αισιόδοξοι είχαν θεωρήσει πως επρόκειτο περί επιτηδευμένης στάσης που στόχευε να καθησυχάσει τα εργατικά συνδικάτα. Η πρόσφατη, όμως, απόφαση του Λευκού να επιβάλει δασμούς ύψους 35% το πρώτο έτος και κατά 5% λιγότερο κάθε χρόνο στα κινεζικά ελαστικά γεννάει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το όσο προσηλωμένος είναι ο κ. Ομπάμα στην έννοια του ελεύθερου εμπορίου. Οι δασμοί θα ισχύσουν από 26 Σεπτεμβρίου, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση ισχυρίζεται πως τα κινεζικά ελαστικά που εισάγονται στην Αμερική από την Κίνα «καταφθάνουν σε τόσο μεγάλες ποσότητες και υπό τέτοιες συνθήκες, ώστε απειλούν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς για τους εγχώριους παραγωγούς ελαστικών».

Τα κινεζικά ελαστικά που εισήλθαν στις ΗΠΑ από τον Ιανουάριο μέχρι τα τέλη Ιουλίου ήταν αξίας 1,3 δισ. δολαρίων. Οι όροι της ένταξης της Κίνας στον ΠΟΕ επιτρέπουν στις χώρες – μέλη του διεθνούς οργανισμού να επιβάλουν δασμούς ως αντίδραση στην «εκτίναξη των εισαγωγών» από την Κίνα. Υπάρχουν, όμως, πάντα περιθώρια διαφωνίας περί του τι αποτελεί πραγματικά μια «εκτίναξη των εισαγωγών» ώστε να δικαιολογεί την επιβολή δασμών. Η Κίνα προσέφυγε, έτσι, στον ΠΟΕ, ενώ ενημέρωσε πως ενδέχεται να καταφύγει σε μέτρα αντεκδίκησης σε αμερικανικές εξαγωγές ανταλλακτικών αυτοκινήτων και πουλερικών. Ο Εσουάρ Πρασάντ, καθηγητής Εμπορικής Πολιτικής στο πανεπιστήμιο Cornell, και πρώην επικεφαλής του κινεζικού γραφείου στο ΔΝΤ, εκτιμά πως τα αμερικανικά μέτρα και η αντεκδίκηση από κινεζικής πλευράς ενδέχεται να προκαλέσουν «κύμα προστατευτικών μέτρων από τις δύο πλευρές». Επισημαίνει πως η Κίνα θα μπορούσε να αντιδράσει με μέσα πολύ ευρύτερα από την επιβολή νέων δασμών: θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συμπληρώσει τις άτυπες επιδοτήσεις των εξαγωγών της, στις οποίες συγκαταλέγεται και η υποτίμηση του νομίσματός της, με πιο απροκάλυπτα μέσα ενίσχυσης των εξαγωγικών της επιχειρήσεων και να εμποδίσει τις εισαγωγές.

Η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης είναι ενοχλητική. Ο νομικός σύμβουλος και πρώην εκπρόσωπος Εμπορίου Τζον Βερονέου επισημαίνει ότι ειδικά αυτή η κίνηση «δεν προϋποθέτει ότι θα έχει εντοπισθεί καμία αθέμιτη εμπορική πρακτική από πλευράς της Κίνας… δεν διαπιστώθηκε ότι έκαναν κάτι αθέμιτο ή παράνομο οι κινεζικές εξαγωγικές επιχειρήσεις». Αυτό σημαίνει ότι είναι δύσκολο για την κυβέρνηση να παρουσιάσει την απόφασή της ως αυστηρότερη εφαρμογή των υφιστάμενων εμπορικών συμφωνιών.

Η απόφαση του κ. Ομπάμα σηματοδοτεί σαφή ρήξη με την πρόσφατη πολιτική της Αμερικής. Ο προκάτοχός του, Τζορτζ Μπους, είχε τέσσερις φορές την ευκαιρία να προχωρήσει σε ένα τέτοια βήμα έναντι της Κίνας, αλλά σε όλες επέλεξε να μην το κάνει. Ο κ. Βερονέου, που ασχολήθηκε με αυτές τις υποθέσεις, ισχυρίζεται ότι «βάσει των διαπραγματεύσεων που είχαν γίνει επί Κλίντον, η Κίνα πίστευε πως μια τέτοια κίνηση αν γινόταν ποτέ θα ήταν για τις σπανιότερες και πλέον εξαιρετικές περιπτώσεις». Γι’ αυτό και η αντίδρασή της είναι κατανοητή, όπως και ο φόβος που ενέσπειρε πως μπορεί να προκαλέσει κύμα διαμαρτυριών από άλλες αμερικανικές βιομηχανίες που θα ζητούν ανάλογη προστασία της κυβέρνησης έναντι του ανταγωνισμού των κινεζικών εισαγωγών. Ο Σάιμον Εβενετ, οικονομολόγος ειδικευμένος σε θέματα εμπορίου στο πανεπιστήμιο του St Gallen στην Ελβετία, εκτιμά πως η απόφαση του κ. Ομπάμα αποτελεί σαφή επιβεβαίωση της ισχύος που διαθέτουν τα εργατικά συνδικάτα της Αμερικής σε ό, τι αφορά τη διαμόρφωση της εμπορικής της πολιτικής. Ετσι, είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει κάποιες επιπτώσεις στο εμπόριο. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε η ένταση στις οικονομικές σχέσεις Αμερικής και Κίνας είναι πολύ βαρύ τίμημα. Ο κ. Πρασάντ εκτιμά πως «μια κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις δύο αυτές μεγάλες οικονομίες έχει τη δυνατότητα να αποδιαρθρώσει το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα». Η σινο-αμερικανική διένεξη εκδηλώνεται, άλλωστε, λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση της G20 στο Πίτσμπουργκ στις 24 Σεπτεμβρίου.