ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Γερμανία επικρίνει ΗΠΑ και Βρετανία για τα μπόνους

Με την αυλαία της διήμερης συνόδου κορυφής του G20 να ανοίγει σήμερα το βράδυ στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, οι Αμερικανοί φαίνεται να αποστασιοποιούνται από τις θέσεις των Ευρωπαίων, ρίχνοντας μεγαλύτερο βάρος «στις ανισορροπίες της παγκόσμιας οικονομίας» αντί της μεταρρύθμισης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, και κατ’ επέκταση του συστήματος επιβράβευσης των τραπεζικών στελεχών. Την ίδια ώρα, η Γερμανία εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στις ΗΠΑ για το θέμα των μπόνους, το οποίο έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης εν μέσω της διετούς κρίσης. Ο υπ. Οικονομικών, Πέερ Στάινμπρουκ, έθεσε μάλιστα στο στόχαστρο και τους Βρετανούς, δηλώνοντας ότι αντιστέκονται στην εφαρμογή αυστηρών κανόνων για το Σίτι. Αν και Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν εκφράσει την ελπίδα να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των ηγετών στο G20, Γερμανός αξιωματούχος δήλωσε χθες στη «Financial Times» ότι η στάση των ΗΠΑ «ουσιαστικά δείχνει μεγαλύτερη διαφορά απόψεων». Η αμερικανική κυβέρνηση στοχεύει σε κοινό ανακοινωθέν όπου οι χώρες του G20 με μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα «θα δεσμευτούν με την εφαρμογή μιας πολιτικής που θα αποβλέπει σε μια ανάπτυξη υποκινούμενη από την εσωτερική ζήτηση» και όχι τις εξαγωγές. Η πρόταση αυτή φωτογραφίζει χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία αλλά και η Γερμανία, η κυβέρνηση της οποίας έχει απορρίψει τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας που θα τη δεσμεύει στην οικονομική πολιτική.

Ο υπ. Οικονομικών, Τίμοθι Γκάιτνερ, τόνισε ότι στόχος των ΗΠΑ είναι απλά η επίτευξη κοινής συναίνεσης για το μακροπρόθεσμο συμφέρον κάθε χώρας. Η κυβέρνηση Ομπάμα επιμένει ότι αυτό δεν αποπροσανατολίζει από την ανάγκη μεταρρύθμισης του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Πιστεύει, όμως, ότι οι ριψοκίνδυνες τακτικές που επιβραβεύονται με υψηλά μπόνους μπορούν να συγκρατηθούν με την αύξηση των ορίων κεφαλαιακής επάρκειας, ενώ προτιμά να προσδιορίζεται το μεγαλύτερο μέρος των πακέτων αποδοχών των τραπεζικών στελεχών υπό τη μορφή μετοχών που θα αναπροσαρμόζονται με βάση τη μακροπρόθεσμη απόδοση μιας τράπεζας. Θεωρεί δε ότι η πρόταση των Γάλλων για τον αυστηρό προσδιορισμό των μπόνους ως ποσοστό των λειτουργικών κερδών είναι πολύ περιοριστική.