ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γουόλ Στριτ και Σίτι πιέζουν τους G20

Ανοιξε στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, χθες το βράδυ, η αυλαία της συνόδου κορυφής των G20, με διάσταση απόψεων ανάμεσα σε Γερμανία, ΗΠΑ και Βρετανία, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση προβάλει διαφορετικές προτεραιότητες. Σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, Πέερ Στάινμπρουκ, λίγες ώρες πριν από την αναχώρησή της από το Βερολίνο, η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ αναφέρθηκε στον κίνδυνο να θυσιαστεί το σχέδιο για αυστηρότερη εποπτεία του χρηματοπιστωτικού κλάδου προς όφελος των τραπεζικών λόμπι της Γουόλ Στιτ και του Σίτι. Η αμερικανική κυβέρνηση ανάγει σε πρωτεύον θέμα την εξομάλυνση των ισορροπιών στην παγκόσμια οικονομία, με την Ουάσιγκτον να τονίζει ότι δεν μπορούν οι Αμερικανοί καταναλωτές να επωμισθούν τη στήριξη οικονομιών με πολλές εξαγωγές, όπως η Κίνα. Στη Βρετανία, το Σίτι του Λονδίνου, το δεύτερο χρηματοοικονομικό κέντρο του κόσμου μετά τη Γουόλ Στριτ, πιέζει τον πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν να υπαναχωρήσει από τις αρχικές δεσμεύσεις του για επιβολή ενιαίου πλαφόν στα μπόνους υψηλόβαθμων τραπεζικών στελεχών.

Στόχος της κ. Μέρκελ είναι να μη χαθεί η δυναμική των τελευταίων εβδομάδων για την επιβολή ορίων στα υψηλά μπόνους στον κλάδο, ανεξαρτήτως οικονομικών αποτελεσμάτων ή της μακροπρόθεσμης απόδοσης των τραπεζών. Περισσότερο δηκτικός, ο κ. Στάινμπρουκ δήλωσε στην εφημερίδα Passauer Neue Presse ότι αν και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, και ο κ. Μπράουν, υποστηρίζουν την εφαρμογή αυστηρότερων κανόνων στον κλάδο, οι κυβερνήσεις τους καταβάλουν προσπάθειες για να αποδυναμώσουν αυτήν την πρωτοβουλία. Είναι αξιοσημείωτο ότι τρεις ημέρες πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές στη Γερμανία υπάρχει πλήρης σύμπνοια απόψεων στον κυβερνητικό συνασπισμό, με τον κ. Στάινμπρουκ, δεύτερο τη τάξει στην ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών, να συντάσσεται πλήρως με την καγκελάριο Μέρκελ του κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών. Η γερμανική κυβέρνηση στηρίζει, επίσης, απόλυτα πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ρύθμιση των κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds), όπως και των υπηρεσιών πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Στην καρδιά, όμως, της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ηπειρωτική Ευρώπη και Βρετανία – ΗΠΑ παραμένουν τα υψηλά μπόνους των τραπεζικών στελεχών, καθώς αυτά ενθαρρύνουν την ανάληψη μεγάλου επενδυτικού ρίσκου. Είναι από τους βασικούς παράγοντες που οδήγησαν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε διαγραφές και απώλειες μεγαλύτερες των 1,6 τρισ. δολαρίων. Η κρίση επιμένει έναν χρόνο μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Μολονότι κολοσσοί όπως η American International Group και η Citigroup διεσώθησαν με δισ. δολάρια από χρήματα των φορολογουμένων, οι τράπεζες εξακολούθησαν να χορηγούν ιλιγγιώδη μπόνους στα στελέχη τους. Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί πρότειναν να καθοριστούν τα μπόνους σε συνάρτηση με τη μακροπρόθεσμη απόδοση των τραπεζών ή ως ποσοστό των λειτουργικών κερδών μιας τράπεζας. Οι Αμερικανοί, από την άλλη πλευρά, αντιπροτείνουν να αυξηθούν τα όρια κεφαλαιακής επάρκειας, δηλαδή να «οχυρωθούν» οι τράπεζες με περισσότερα κεφάλαια ακόμη και σε ομαλές περιόδους της οικονομίας. Πάντως, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Νικολά Σαρκοζί, κράτησε ηπιότερη στάση, δηλώνοντας στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. την προηγούμενη εβδομάδα τα εξής: «Υπάρχει διαφωνία με τους Αμερικανούς σε ένα σημείο. Την επιβολή ενός ενιαίου, διεθνούς ορίου στα μπόνους. Μπορούμε να επιτύχουμε το ίδιο αποτέλεσμα με αυστηρότερους κανόνες για την κεφαλαιακή επάρκεια και αυτή είναι η οδός που θα ακολουθήσουμε».