ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γρίφος η πορεία της τιμής του πετρελαίου

Με συχνότητα τουλάχιστον μιας κάθε εβδομάδα ανακοινώνονται τον τελευταίο καιρό οι ανακαλύψεις νέων πετρελαϊκών κοιτασμάτων σε όλο τον κόσμο. Οπως επεσήμανε πρόσφατα η Wall Street Journal, μόνο τον Σεπτέμβριο, μεταξύ άλλων οι ΒΡ, Petrobras και Eni ανακοίνωσαν την ανακάλυψη κοιτασμάτων που μπορεί να περιέχουν εκμεταλλεύσιμες ποσότητες ώς και 10 δισ. βαρελιών ισοδύναμων πετρελαίου. Ο Κόλπος του Μεξικού, η Βραζιλία και η Δυτική Αφρική διεκδικούν τη «μερίδα του λέοντος» στα νέα ευρήματα, την ώρα που η παγκόσμια οικονομία εμφανίζει ενδείξεις ανάκαμψης, εγείροντας προοπτικές τόνωσης της ενεργειακής κατανάλωσης, η οποία σήμερα παραμένει χαμηλή λόγω της ύφεσης.

Οι δύο αυτές συνιστώσες, τα νέα κοιτάσματα -έστω κι αν η εμπορική αξιοποίησή τους τοποθετείται στο μακρινό μέλλον- και οι προοπτικές αυξημένης ζήτησης σε σχετικά μικρότερο βάθος χρόνου, είναι κάποιοι από τους παράγοντες που συνυπολογίζουν οι αναλυτές για να καταλήξουν σε συμπεράσματα για τις τιμές του αργού. Η εύλογη υπόθεση ότι τα χειρότερα πέρασαν για τις τιμές στις διεθνείς αγορές είναι το πρώτο που συμπεραίνει κανείς ρίχνοντας μια ματιά στις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο της ανάκαμψης. Στηρίζεται, δε, και από τα στοιχεία για τους ρυθμούς των εισαγωγών στον νέο γίγαντα της ενεργειακής κατανάλωσης, την Κίνα, όπου η ανάπτυξη εξακολουθεί να κινείται με ταχείς ρυθμούς. Και συντηρείται από την απόφαση του ΟΠΕΚ να αφήσει δραστικά μειωμένη την επίσημη παραγωγή του σε σχέση με πέρυσι, διατηρώντας παράλληλα αρκετά «ήπιους τόνους» σε ό, τι αφορά τις επενδύσεις του σε νέα υποδομή.

Βάσει αυτών των δεδομένων, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν προς περαιτέρω άνοδο των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Αναλυτές της γερμανικής LBBW θεωρούν ότι, σε βάθος διετίας, είναι πιθανό να ξαναδούμε τριψήφιες τιμές στο βαρέλι του αργού. Η Morgan Stanley αναθεώρησε πρόσφατα προς τα πάνω την πρόβλεψή της για τις τιμές το 2012, στα 105 δολάρια το βαρέλι. Ο επικεφαλής του ρωσικού κολοσσού Gazprom, Αλεξέι Μίλερ, εμφανίστηκε πρόσφατα πιο αισιόδοξος όλων, τοποθετώντας την τιμή του αργού στα 100 δολάρια το βαρέλι ήδη από το 2010.

Ωστόσο, ο δρόμος για την επάνοδο σε επίπεδα-ρεκόρ συναντάει σοβαρά εμπόδια, τα οποία αφαιρούν τη δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Την πτώση των τιμών σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα θεωρούν αναπόφευκτη αναλυτές ερωτηθέντες από το πρακτορείο Dow Jones Newswire. Ο λόγος τον οποίο επικαλούνται είναι ότι η ζήτηση θα καθυστερήσει να ενισχυθεί, παρά τις ενδείξεις ανάκαμψης της οικονομίας, οι οποίες δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη τόνωση της αγοράς εργασίας, τουλάχιστον στον ανεπτυγμένο κόσμο. Υπενθυμίζουν, παράλληλα, τα σχέδια της Επιτροπής Εποπτείας της Αγοράς Εμπορευμάτων (CFTC) των ΗΠΑ για επιβολή περιορισμών στις τοποθετήσεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, με στόχο την πάταξη της κερδοσκοπίας – σχέδια που οι ίδιοι αναλυτές εκτιμούν ότι θα επιδράσουν αρνητικά στις τιμές του αργού. Χαρακτηριστικά, οικονομολόγοι της Commerzbank εικάζουν ότι θα υπάρξει υποχώρηση στα 50 δολάρια το βαρέλι ώς τα τέλη του έτους.

Ο ίδιος, τέλος, ο υπουργός Οικονομικών της Ρωσίας, Αλεξέι Κουντρίν, προειδοποιούσε την περασμένη εβδομάδα ότι τα σχέδια αναδίπλωσης της κυβέρνησης των ΗΠΑ σε ό, τι αφορά την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες θα προκαλέσουν υποχώρηση των τιμών ήδη από τη στιγμή της εφαρμογής τους, τον Δεκέμβριο. Ο αξιωματούχος τόνισε χαρακτηριστικά ότι η οικονομική στήριξη των τραπεζών προκάλεσε υπερθέρμανση των τιμών. Οπως εκτίμησε, όμως, «σε 3-6 μήνες, όταν η Fed αποσύρει τη ρευστότητα από την αγορά, θα υπάρξει διόρθωση». Εν ολίγοις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του κ. Κουντρίν, οι τιμές θα υποχωρήσουν στα επίπεδα των 57-60 δολαρίων το βαρέλι, όπου και θα παραμείνουν την επόμενη τριετία, στο τέλος της οποίας θα καταγράψουν νέα πτώση, για να διαμορφωθούν το 2013 στα προσαρμοσμένα για τον πληθωρισμό επίπεδα των 50 δολαρίων το βαρέλι.

Μετά τα ιστορικά υψηλά του περυσινού καλοκαιριού, κοντά στα 150 δολάρια το βαρέλι, οι τιμές κατέρρευσαν για να φθάσουν ώς και στα 32 δολάρια τον Δεκέμβριο. Εκτοτε, έστω και με διακυμάνσεις, ανακάμπτουν. Τον τελευταίο καιρό, κινούνται σε επίπεδα γύρω ή και πάνω από τα 70 δολάρια το βαρέλι, σε αμφότερες τις αγορές του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, «φλερτάροντας» με υψηλά 10μήνου. Η πορεία τους είναι αντιστρόφως ανάλογη με εκείνη του δολαρίου, το οποίο αυτή την εβδομάδα υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα του τελευταίου έτους έναντι του ευρώ. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι «αν το δολάριο συνεχίσει να δέχεται τέτοια πλήγματα, θα απειληθεί η οικονομική ανάκαμψη», με τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων να εκτινάσσονται ξανά στα ύψη. Ηδη, άλλωστε, το εξασθενημένο δολάριο ωθεί ανοδικά τις τιμές της βενζίνης, του πετρελαίου θέρμανσης, του χρυσού και άλλων πρώτων υλών.

Εκτιμάται ότι ο ΟΠΕΚ δεν πρόκειται να επιτρέψει μεγάλη άνοδο των τιμών, αφού κάτι τέτοιο θα υπονόμευε τις προοπτικές της ανάκαμψης. Αλλωστε, το καρτέλ θεωρείται πως διαθέτει επαρκείς πόρους για να καλύψει την επιπλέον κατανάλωση, ακόμη κι αν η ζήτηση ανακάμψει το ερχόμενο έτος. Από την πλευρά του, ο ΟΠΕΚ εξέδιδε πρόσφατα πρόβλεψη βάσει της οποίας η παγκόσμια ζήτηση για τα πετρέλαιά του αναμένεται να διαμορφωθεί συρρικνωμένη κατά 1,56 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2009, πριν καταγράψει «μέτρια» αύξηση κατά 500.000 βαρέλια ημερησίως το 2010, για να φθάσει τα 28,06 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα μειωμένη κατά 460.000 βαρέλια σε σχέση με φέτος. Στην τελευταία μηνιαία έκθεσή του, το καρτέλ εξέφραζε την άποψη ότι η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας θα είναι αργή και σταδιακή, λόγος για τον οποίο διατηρεί αμετάβλητες τις προσδοκίες του για τις τιμές του 2010. Επισημαίνει και πάλι, δε, ότι την αύξηση της ζήτησης στην Κίνα, στη Μέση Ανατολή και στη Λατινική Αμερική κατά το 2010 θα αντισταθμίσει η συρρίκνωση στις ανεπτυγμένες χώρες του ΟΟΣΑ.

Οσο για τα προϊόντα πετρελαίου, σύμφωνα και πάλι με τον ΟΠΕΚ, τα αποθέματα των προϊόντων μεσαίας διύλισης, που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ντίζελ, πετρελαίου θέρμανσης και αεροπορικών καυσίμων, συνεχίζουν να συσσωρεύονται με σταθερούς ρυθμούς. Σήμερα, αναλογούν σε περισσότερο από το 60% της συνολικής υπερπροσφοράς πετρελαίου, έναντι μόλις 20% τον Ιανουάριο.

Ανάγκη επενδύσεων

«Αν επρόκειτο καθαρά για θέμα προσφοράς και ζήτησης, οι τιμές θα ήταν χαμηλότερες από τα 60 δολάρια το βαρέλι», υποστήριξε αυτή την εβδομάδα ο Κριστόφ ντε Μαρζερί, διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής πετρελαϊκής Total. Οπως τόνισε, ωστόσο, οι τιμές κινδυνεύουν να εκτιναχθούν πολύ πάνω από τα 100 δολάρια, αν δεν αυξηθούν οι επενδύσεις σε έρευνα.

Σύμφωνα με τον κ. Ντε Μαρζερί, «η αγορά εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα, σε βάθος πέντε ή έξι ετών, δεν θα υπάρχει αρκετό πετρέλαιο». Ο ίδιος είχε και νωρίτερα προειδοποιήσει ότι οι παραγωγοί θα πρέπει να επενδύσουν σε νέες υποδομές, προκειμένου να αποφευχθεί εκτίναξη των τιμών.

Το ζήτημα έχει θίξει και η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (ΙΕΑ), τονίζοντας ότι η μείωση των επενδύσεων ίσως δημιουργήσει ελλείψεις ήδη από το 2013. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, η παγκόσμια πετρελαϊκή παραγωγή θα φθάσει στο ζενίθ της σε 10 χρόνια, για να αρχίσει στη συνέχεια να συρρικνώνεται. Ως το 2030, «έξι Σαουδικές Αραβίες» θα απαιτούνται προκειμένου να καλύπτει η παγκόσμια οικονομία τις ενεργειακές ανάγκες της.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με αναλυτές, είναι πως οι επενδύσεις παραμένουν άνισες και αντικατοπτρίζουν τους κύκλους των τιμών. Οι πετρελαϊκές εταιρείες τείνουν να δαπανούν χρήματα μόνο όταν το προϊόν τους είναι ακριβό. Ωστόσο, ο κ. Ντε Μαρζερί επισημαίνει πως δεν είναι ευθύνη μόνο των πετρελαιοπαραγωγών χωρών να χρηματοδοτούν νέες επενδύσεις. Οπως τονίζει, «δεν μπορείς να απαιτείς από τις χώρες αυτές, οι οποίες αντιμετωπίζουν την ίδια οικονομική κρίση, να συνεχίσουν να επενδύουν σε μια πιθανή ανάκαμψη της ζήτησης, για να ωφεληθεί από αυτό ο υπόλοιπος κόσμος».