ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χάσμα στις αμοιβές τραπεζικών στελεχών μεταξύ ΗΠΑ – Κίνας

Ορισμένες φορές τα νούμερα αξίζουν… όσο χίλιες λέξεις. Σε αυτήν την περίπτωση απεικονίζουν το χάσμα μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ σ’ ό,τι αφορά το μέγεθος των αποδοχών των τραπεζικών στελεχών. Σε αυτό το αναπόφευκτο συμπέρασμα καταλήγει κανείς ύστερα από έρευνα του Reuters, με το Στιβ Εντερ του ειδησεογραφικού πρακτορείου να τονίζει τα πλέον αξιοσημείωτα στοιχεία της. Και είναι, πράγματι, δύσκολο να δικαιολογήσει κανείς πώς είναι δυνατόν ο πρόεδρος της τράπεζας με τη μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση στον κόσμο να ανταμείβεται μόνον με το 2% των αποδοχών που εισπράττει ο διευθύνων σύμβουλος της τέταρτης μεγαλύτερης στην παγκόσμια κατάταξη.

Ο πρώτος είναι ο Ζιανγκ Ζιακίνγκ, πρόεδρος της Industrial and Commercial Bank of CBChina (ICBC). Ελαβε πέρυσι συνολικά 234.000 δολάρια όταν το πακέτο αποδοχών του Τζέιμι Ντίμον της JPMorgan Chase & Co. έφθασε τα 19,6 εκατ. δολάρια. Το ζήτημα των μπόνους που λαμβάνουν υψηλόβαθμα στελέχη και ταλαντούχοι χρηματιστές μεγάλων τραπεζικών ομίλων καταλαμβάνει υψηλή θέση στην ατζέντα των Ευρωπαίων και θα απασχολήσει τους ηγέτες των G20 στη σύνοδο κορυφής που πραγματοποιείται σήμερα στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ. Οι αντιδράσεις των πολιτικών δεν είναι παρά μια προέκταση της αγανάκτησης της κοινής γνώμης και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, γιατί οι κυβερνήσεις παρενέβησαν για να σώσουν τραπεζικούς ομίλους στο χείλος της καταστροφής όσο οι διοικήσεις τους ελάμβαναν μπόνους εκατομμυρίων.

Στις ΗΠΑ, ειδικότερα, εδρεύουν τέσσερις από τις εννέα μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου, δηλαδή οι JPMorgan, Bank of America, Wells Fargo & Co. και Citigroup. Κατ’ επέκταση στη χώρα κατοικούν τέσσερις από τους υψηλότερα αμειβόμενους διευθύνοντες συμβούλους. «Οι αμοιβές των επικεφαλής εταιρειών στις ΗΠΑ πάντα επισκίαζαν αυτές που προσφέρονται σε άλλα μέρη του κόσμου», επισημαίνει η Σάρα Αντερσον του Ινστιτούτου Πολιτικών Σπουδών και μια από τους συγγραφείς του βιβλίου «America’s Bailout Barons» (Οι βαρόνοι των πακέτων διάσωσης στις ΗΠΑ). «Πολλοί ισχυρίζονται ότι αδυνατούν να προσελκύσουν στελέχη προσφέροντας χαμηλές αμοιβές. Αλλά, τα πακέτα αποδοχών στην Ευρώπη και σε πολλές χώρες της Ασίας για ανάλογες θέσεις αντανακλούν μόνον ένα μικρό ποσοστό. Τρεις από τις τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες, με βάση την κεφαλαιοποίησή τους, εδρεύουν στην Κίνα. Είναι οι ICBC, China Construction Bank και Bank of China, οι οποίες καταβάλουν τα χαμηλότερα πακέτα αποδοχών στους επικεφαλής τους. Ο πρόεδρος καθεμιάς έλαβε ετήσιες αποδοχές της τάξεως των 230.000 δολ. Με τι κριτήρια προσδιορίζονται, ακριβώς, αυτές οι αποδοχές;

Βασικός παράγοντας, βεβαίως, είναι ότι οι προαναφερόμενες τράπεζες είναι κρατικές, οπότε οι επικεφαλής θεωρούνται κρατικοί υπάλληλοι, με συγκεκριμένους περιορισμούς στα πακέτα αποδοχών τους. Απολαμβάνουν, ωστόσο, ορισμένα προνόμια όπως και οι «εταίροι» τους στον δυτικό κόσμο: αυτοκίνητο με οδηγό, ιατρική και ασφαλιστική κάλυψη, όπως και στέγη. Βεβαίως, αυτά τα προνόμια δεν θα μπορούσαν να συγκριθούν με τις πολυτέλειες που απολαμβάνουν στελέχη στη Δύση. Ας μη λησμονούμε το συνέδριο που είχε οργανώσει η AIG τον Νοέμβριο του 2008, δηλαδή λίγο μετά την κρατικοποίησή της, σε θέρετρο της Καλιφόρνια. Το κόστος ανέρχονταν στα 343.000 δολάρια.

Ορισμένοι αναλυτές τονίζουν ότι υψηλά τραπεζικά στελέχη στην Κίνα αποδέχονται την επιβολή πλαφόν στις αποδοχές τους διότι ευελπιστούν ότι στο μέλλον θα αποκτήσουν θέση στα πολιτικά δρώμενα της χώρας. Βεβαίως, αρκετοί πολιτικοί στις ΗΠΑ έχουν περάσει στην πολιτική σκηνή. Τόσο ο υπουργός Οικονομικών επί διακυβέρνησης Τζορτζ Μπους, Χένρι Πόλσον, όσο και ο νυν επικεφαλής της ομοσπονδιακής τράπεζας στη Νέα Υόρκη, Γουίλιαμ Ντάντλεϊ, εργάζονταν για μακρύ χρονικό διάστημα στην αμερικανική τράπεζα Goldman Sachs. Μάλιστα, ο κ. Πόλσον ήταν στέλεχος από το 1974, έγινε συνέταιρος της Goldman Sachs το 1982 και έλαβε αποζημίωση 37 εκατ. δολαρίων το 2005 για να αναλάβει μετά καθήκοντα υπουργού Οικονομικών. Ο κ. Ντάντλεϊ ήταν επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman επί μια δεκαετία έως το 2007 πριν πάρει τα ηνία της Fed στη Νέα Υόρκη.

Παρά τους «ταπεινούς» μισθούς των Κινέζων τραπεζιτών -και το γεγονός ότι η κινεζική οικονομία φαίνεται να εξέρχεται της βαθύτερης ύφεσης των τελευταίων επτά δεκαετιών ταχύτερα από κάθε άλλη οικονομία του κόσμου- υπήρξε και συναίνεση για μια προς τα κάτω αναπροσαρμογή των μισθών παρά την αύξηση της κερδοφορίας. Η κ. Ζιανγκ της ICB αποδέχτηκε μείωση μισθού της τάξεως του 10% μέσα στο 2008 παρά το γεγονός ότι τα κέρδη της τράπεζας αυξήθηκαν κατά 36% στα 16,23 δισ. δολάρια. Αντίθετα, η Citigroup παραχώρησε σε 738 στελέχη μπόνους της τάξεως του ενός εκατομμυρίου δολαρίων για τον καθένα παρά τις ζημίες των 18,7 δισ. δολαρίων το ίδιο έτος. Είναι προφανές ότι ο έλεγχος του ενός τρίτου του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας από το κράτος δεν συμμόρφωσε τις προσδοκίες των στελεχών σε αυτήν τη γωνιά του κόσμου.

Εγινε κατάχρηση

Σε πρόσφατη έκθεση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) τόνισε ότι η εκ νέου εκκίνηση των αγορών τιτλοποίησης είναι κρίσιμη για να αποκατασταθεί η ροή πίστωσης στο διατραπεζικό σύστημα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναγνωρίζει ότι έγινε κατάχρηση αυτών των αγορών, με αποτέλεσμα να είναι μέρος του προβλήματος που οδήγησε στην τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση. Παράλληλα, όμως, τα μέτρα που προτείνονται, σήμερα, είναι δρακόντεια.

Στο ερώτημα πώς μπορούν οι τράπεζες να έχουν αυξήσει το ενεργητικό τους, δηλαδή τα δάνειά τους, τα τελευταία χρόνια, ενώ οι καταθέσεις παραμένουν αδρανείς ή μειώνονται υπέρ επενδυτικών προϊόντων, η απάντηση εστιάζεται στις αγορές τιτλοποίησης. Εκεί, οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να μετατρέπουν τα δάνειά τους σε πακέτα τίτλων, αναλόγως του βαθμού κινδύνου με βάση την ποιότητα της πίστωσης του κάθε δανειολήπτη.

Αν και οι επενδυτές δεν μπορούν να έχουν ξεκάθαρη εικόνα των αγορών αυτών, παίζουν κεντρικό ρόλο στην άντληση τραπεζικών κεφαλαίων μέσα από την πώληση αυτών των περίπλοκων προϊόντων. Η συσσώρευση των επισφαλών δανείων στις ΗΠΑ, όμως, οδήγησε σε τεράστιες απώλειες τις τράπεζες, ενώ η πτώση της αξίας των τίτλων ή ομολόγων που ήταν συνδεδεμένα με αυτά «πάγωσε» αυτές τις αγορές. Και με την παγκόσμια οικονομία να έχει εισέλθει σε ύφεση, οι επενδυτές των αγορών αυτών είναι ακόμη πιο διστακτικοί στην επένδυση πακέτων τίτλων συνδεδεμένων με δάνεια, σε περίοδο που αυξάνεται η ανεργία. Το ΔΝΤ ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικό σε πρόταση που εξετάζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη για την απορρόφηση απωλειών που μπορεί να φθάσουν έως και το 5% σε τίτλους δανείων από την τράπεζα που τα έχει χορηγήσει.