ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν είναι αμερικανικές το 79% των συστημικά σημαντικών τραπεζών

Πρόσφατη έκθεση του πρακτορείου Blomberg έδειξε πως το 79% των πολύ μεγάλων για να καταρρεύσουν τραπεζών δεν είναι αμερικανικές. Κοντά στις 100 ξένες τράπεζες και χρηματιστηριακές εταιρείες με δραστηριότητες στις ΗΠΑ αναμένεται να βρεθούν στο στόχαστρο του νομοσχεδίου Ντοντ – Φρανκ για τη μεταρρύθμιση του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, σε αντίθεση με μόλις 26 αμερικανικές τράπεζες και εταιρείες. «Οι ξένες τράπεζες θα επηρεαστούν δυσανάλογα από τις αυστηρότερες απαιτήσεις του νομοσχεδίου Ντοντ – Φρανκ», αναφέρει η συγγραφέας της σχετικής έκθεσης του πρακτορείου Bloomberg, Κάντι Νορθ. Η έκθεση υπολογίζει ότι, στα τέλη του 2010, οι ξένες τράπεζες έλεγχαν το 20% των περιουσιακών στοιχείων και το 18% των καταθέσεων στο αμερικανικό σύστημα εμπορικών τραπεζών.

Στους κανόνες που ενδέχεται να κληθούν να ακολουθήσουν οι ξένες τράπεζες συγκαταλέγονται ο γνωστός και ως «κανόνας Βόλκερ» που περιορίζει τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό (proprietary trading) των τραπεζών, καθώς και η απαίτηση κατάθεσης από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενός σχεδίου εξυγίανσης ή «ζωντανής διαθήκης» όπου θα αναλύεται ο τρόπος διάλυσης της εταιρείας στην περίπτωση κατάρρευσης.

Σύμφωνα με την έκθεση, στις τραπεζικές εταιρείες συμμετοχών που ελέγχονται από εταιρείες εκτός των ΗΠΑ και που αναμένεται να τεθούν στο στόχαστρο του νομοσχεδίου για τη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος περιλαμβάνονται η Τaunus Corp της γερμανικής Deutsche Bank, η HSBC North America Holdings της HSBC με έδρα το Λονδίνο και η TD Bank US Holding Company που ελέγχεται από την καναδική Toronto-Dominion Bank.

O επικεφαλής συνεργάτης της Peterson Institute for Inte-rnational Economics, Μόρις Γκόλντσταϊν, επισήμανε ότι οι ξένες τράπεζες πρέπει να υπόκεινται στο αμερικανικό σύστημα τραπεζικής εποπτείας, δεδομένου ότι έχουν λάβει σημαντικά πακέτα βοήθειας από την αμερικανική κυβέρνηση κατά την περίοδο μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. «Υπήρξαν πολλά ξένα ιδρύματα που έλαβαν μεγάλα κεφάλαια διάσωσης», υπογραμμίζει ο κ. Γκόλντσταϊν. «Θεωρώ ότι είναι παραπάνω από σκόπιμο να υποβληθούν σε ένα αυστηρό πλαίσιο εποπτείας, καθώς και να τους ζητηθεί να διατηρούν τα απαραίτητα κεφάλαια». Σύμφωνα με τα έγγραφα που είχε δημοσιεύσει τον Μάρτιο η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, υπήρξαν κάποιες μη αμερικανικές τράπεζες που δέχθηκαν δάνεια έκτακτης ανάγκης με ευνοϊκούς όρους από την κεντρική τράπεζα. Συγκεκριμένα, η ελβετική Credit Suisse Group δανείστηκε έως και 45 δισ. δολάρια (31,15 δισ. ευρώ), ενώ η σκωτσέζικη Royal Bank of Scotland δέχθηκε δάνεια ύψους τουλάχιστον 30 δισ. δολαρίων (20,75 δισ. ευρώ). Εκτός αυτού, η γερμανική Deutsche Bank, η βρετανική Barclays και η ελβετική UBS δανείστηκαν εκάστη κεφάλαια τουλάχιστον 15 δισ. δολάρια (10,37 δισ. ευρώ), σύμφωνα με τα έγγραφα της Fed.

Βάσει του νομοσχεδίου Ντοντ – Φρανκ, που πέρασε τον περασμένο Ιούλιο, οι τραπεζικές εταιρείες συμμετοχών που έχουν δηλωθεί στις ΗΠΑ και που διατηρούν περιουσιακά στοιχεία άνω των 50 δισ. δολαρίων θεωρούνται αυτομάτως Συστημικά Σημαντικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (SIFIs). Η έρευνα εκτιμά ότι υπάρχουν 35 τραπεζικές εταιρείες συμμετοχών που πληρούν το συγκεκριμένο κριτήριο, εκ των οποίων οι 9 ελέγχονται από εταιρείες που εδρεύουν στο εξωτερικό.