ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε αυξήσεις κεφαλαίων οδεύουν οι τράπεζες

«Προσέχουμε για να έχουμε», και «σε περίοδο κρίσης, το ρευστό βασιλεύει».

Σοβαρά υπ’ όψιν έλαβε για άλλη μια φορά η Επιτροπή της Βασιλείας τις δύο αυτές ρήσεις, υιοθετώντας στις αρχές της εβδομάδος που πέρασε νέες προδιαγραφές για την κεφαλαιακή επάρκεια των μεγαλύτερων τραπεζών στον κόσμο. Βάσει της ήδη ισχύουσας συμφωνίας «Βασιλεία ΙΙΙ», οι μεγάλες ανά τον κόσμο τράπεζες υποχρεούνται στη διατήρηση αποθεματικού αντίστοιχου με το 7% του συνόλου των κεφαλαίων τους. Στο ποσοστό αυτό και σε ό,τι αφορά τις 30 μεγαλύτερες τράπεζες στον κόσμο έρχεται τώρα να προστεθεί ένα συμπληρωματικό, το οποίο, αναλόγως των μεγεθών τους θα κυμαίνεται από το 1% έως και το 2,5%. Με τη νέα αυτή ρύθμιση τα αποθεματικά, κατηγορίας Tier 1, που καλούνται να διατηρούν στο εξής οι εν λόγω χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί πλησιάζουν το 10%, έναντι 2% πριν από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης προ ολίγων ετών. Πρόκειται ασφαλώς για τράπεζες, των οποίων η κατάρρευση θα αποτελούσε συστημικό κίνδυνο για τον παγκόσμιο τραπεζικό κλάδο και οικονομία, που θα κληθούν να αυξήσουν τα αποθεματικά τους διακρατώντας περισσότερα από τα κέρδη τους σε ρευστό, καθώς και κοινές μετοχές τους.

Οι ενστάσεις

Ωστόσο, αν και επίκαιρη, η απόφαση της Επιτροπής της Βασιλείας για τη νέα αυτή ρύθμιση έρχεται σε μία περίοδο που πολλές τράπεζες υπενθυμίζουν ότι όσο περισσότερη διαθέσιμη ρευστότητα έχουν, τόσο το καλύτερο για την πάσχουσα παγκόσμια οικονομία. Οπως τονίζουν, η νέα αυτή ρύθμιση μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, αφού θα στερήσει ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες, ορισμένες εξ αυτών πάσχισαν και πασχίζουν να εξαιρεθούν από τον χαρακτηρισμό τους ως «σημαντικές για το σύστημα», ώστε να εξαιρεθούν και από τις νέες ρυθμίσεις.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τους ευρωπαϊκούς κολοσσούς, που είναι αντιμέτωποι με τη βαθιά πιστωτική και δημοσιονομική κρίση που πλήττει χώρες της Ευρωζώνης, οι ρυθμίσεις δημιουργούν έντονο προβληματισμό. Αλλωστε, η Επιτροπή της Βασιλείας απέρριψε και την πρότασή τους για τη διατήρηση αποθεματικών μέσω της χρήσης «υβριδικών κεφαλαίων», ή «καινοτόμων τίτλων» όπως ονομάζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αντιθέτως, συγκριτικά «κερδισμένοι» από τις ρυθμίσεις αυτές βγαίνουν οι αμερικανικοί τραπεζικοί κολοσσοί, που στην πλειονότητά τους φέρονται ικανοί να καλύψουν τις νέες απαιτήσεις της Επιτροπής της Βασιλείας, αφού οι αντίστοιχες στις ΗΠΑ είναι ήδη αυστηρότερες από τις ευρωπαϊκές.

Στην Ευρώπη

Ειδικότερα στην Ευρώπη, οι εκτιμήσεις των αναλυτών φέρουν τη μεγαλύτερη γερμανική τράπεζα, Deutsche Bank, αντιστοίχως την ιταλική UniCredit αλλά και τις γαλλικές BNP Paribas, Credit Agricole και Societe Generale να υποχρεώνονται κατά πάσα πιθανότητα σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου για να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές θα απορρέουν από τη νέα ρύθμιση.

Από τις πέντε προαναφερόμενες τράπεζες, εκπρόσωποι των τεσσάρων αρνήθηκαν να σχολιάσουν το θέμα, με μόνον εκείνον του ιταλικού κολοσσού να αναφέρει ότι θα ήταν σε θέση να καλύψει επιπρόσθετη επιβάρυνση της τάξεως του 2%, «διακρατώντας και μόνον περισσότερα από τα κέρδη του». Οπως μετέδωσε το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg, εφόσον τεθούν σε ισχύ οι νέες ρυθμίσεις, το «έλλειμμα» των προαναφερομένων τραπεζών σε συνδυασμό με εκείνα δύο άλλων, της ισπανικής τράπεζας Banco Santander και του ελβετικού oμίλου Credit Suisse Group, θα φτάνει συνολικά στα 62 δισ. ευρώ. Η εκτίμηση αποδίδεται σε εκπρόσωπο της ιταλικής Mediobanca. Εμπειρογνώμονες αναφέρουν επίσης ότι η ισχύς των νέων ρυθμίσεων θα εξέθετε απολύτως ορισμένες ευρωπαϊκές τράπεζες στον κίνδυνο αδυναμίας να περάσουν τα λεγόμενα stress tests, ήτοι τις δοκιμασίες αντοχής τους σε φαινόμενα ακραίων καταστάσεων που θα μπορούσαν να πλήξουν τις μετοχές τους.

Πιέσεις στις μετοχές

Αν και η Επιτροπή της Βασιλείας επιτρέπει μία περίοδο έως και το 2019 για τη συσσώρευση των συμπληρωματικών αυτών αποθεματικών από τις τράπεζες που θα ενταχθούν στις ρυθμίσεις, πηγές της αγοράς εκτιμούν ότι θα βρίσκονται στο μικροσκόπιο παραγόντων της τελευταίας, ιδιαίτερα δε των χρηματιστηριακών αγορών, όπου αναμένεται να δημιουργηθούν προσδοκίες για την κατά το δυνατόν ταχύτερη εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους.

Ορισμένες από τις πηγές αυτές αναφέρθηκαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα όσο είναι η επόμενη διετία ή τριετία. Πρόκειται δε για μία τριετία κατά την οποία οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα υποχρεωθούν να αναχρηματοδοτήσουν χρέη τους συνολικής αξίας 1,7 τρισ. ευρώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αμερικανικής Morgan Stanley. Αν και τα πρόσθετα μέτρα της Επιτροπής της Βασιλείας θα πρέπει να ελεγχθούν από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (στο οποίο μετέχουν στελέχη των υπουργείων Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζών των κρατών-μελών της Ομάδας των 20) πριν τεθούν σε ισχύ, και αν και στόχος τους είναι η ενδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος και των μελών τους, οι προαναφερόμενες ιδιαιτερότητες των ευρωπαϊκών τραπεζών δημιουργούν ήδη πτωτικές πιέσεις στις τιμές των μετοχών τους. Ο τραπεζικός δείκτης Stoxx 600 υποχωρεί συνολικά κατά περίπου 11% από τις αρχές του 2011. Το τελευταίο διάστημα μάλιστα οι ρυθμοί πτώσης εντείνονται.

Το παράδειγμα της Royal Bank of Scotland

Την πεποίθηση ότι η Royal Bank of Scotland, μία από τις μεγαλύτερες βρετανικές τράπεζες, δεν θα είχε φτάσει στο χείλος της κατάρρευσης το 2007 εάν ίσχυαν από τότε οι ρυθμίσεις της συνθήκης Βασιλεία ΙΙΙ εξέφρασε την εβδομάδα που πέρασε ο λόρδος Τέρνερ, επικεφαλής της βρετανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Οπως διευκρίνισε, οι «κατόπιν εορτής» έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν στην τράπεζα απέδειξαν ότι όχι μόνον η ίδια αλλά πολλές ακόμη λειτουργούσαν σε επικίνδυνο καθεστώς, διαθέτοντας εξαιρετικά χαμηλά αποθεματικά. Οι βρετανικές τράπεζες είχαν στο παρελθόν μεγάλη εξάρτηση από τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, υποστήριξε ο λόρδος Τέρνερ, συμπληρώνοντας ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει επιβάλει τα τελευταία χρόνια τεράστιες αλλαγές που αφορούν τα διαθέσιμα κεφάλαια και τη ρευστότητά τους. Ο ίδιος ανέφερε ότι οι βρετανικές ρυθμιστικές Αρχές απέτυχαν στο παρελθόν να «επικεντρωθούν όπως θα έπρεπε στις ουσιώδεις παραμέτρους διασφάλισης της οικονομικής θέσης των τραπεζών, ήτοι στα διαθέσιμα κεφάλαιά τους, τη ρευστότητά τους, την ποιότητα του ενεργητικού τους και τους βαθμούς επενδυτικού κινδύνου που αναλάμβαναν».

Οι έλεγχοι στις ΗΠΑ

Στην ενδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος της χώρας στρέφεται για άλλη μία φορά η Κεντρική Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία διενεργεί ετησίως τεστ κοπώσεως τουλάχιστον για 19 από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους της χώρας. Οι τελευταίοι πέρασαν επιτυχώς τη δοκιμασία την τελευταία διετία και η τρέχουσα οικονομική κατάστασή τους εκτιμάται ότι δεν θα προβληματίσει αντιστοίχως τα επόμενα χρόνια. Οπως αναφέρεται ωστόσο σε πρόσφατο δημοσίευμα του πρακτορείου Bloomberg, η διοίκηση της Fed προσανατολίζεται στη διενέργεια τακτικών ελέγχων του είδους για όλες τις εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα στη χώρα, των οποίων η συνολική αξία του ενεργητικού υπερβαίνει τα 50 δισ. δολάρια. Παράλληλα, οι υπηρεσίες της προετοίμασαν και πρότειναν προσφάτως τις προδιαγραφές για τη διενέργεια stress tests για όλες τις τράπεζες με ενεργητικό άνω των 10 δισ. δολαρίων.

Αντιθέτως, όπως αναφέρεται σε έκθεση της Goldman Sachs από τις 91 ευρωπαϊκές τράπεζες που περνούν τακτικά stress tests στην Ευρώπη, 9 αναμένεται να αποτύχουν στη δοκιμασία, ήτοι περί το 10%. Αυτές αναμένεται να είναι ισπανικές, γερμανικές και ελληνικές. Πηγές της Ευρωζώνης, μάλιστα, ανεβάζουν τον αριθμό σε 10-15. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα ευρωπαϊκά stress tests των τραπεζών δεν φαίνεται να εμπνέουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στους διαχειριστές κεφαλαίων, σε αντίθεση με τα ανάλογα στις ΗΠΑ. Δημοσκόπηση που πραγματοποίησε η Goldman Sachs μεταξύ 113 διαχειριστών κεφαλαίων έφερε μόλις το 22% των ερωτηθέντων να θεωρεί ότι αυτά αντανακλούν αξιόπιστα τις αντοχές των ευρωπαϊκών τραπεζών.