ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σκληρή νομισματική πολιτική από τον Τρισέ

Οι συνθήκες στην Ευρωζώνη και η κατάσταση με το δημόσιο χρέος των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας δεν επηρέασαν καθοριστικά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία αύξησε τα επιτόκια του ευρώ κατά 25 μονάδες βάσης στο 1,5%. Επιπλέον, άφησε να διαφανεί η πρόθεσή της για περαιτέρω αυξήσεις μέσα στο τρέχον έτος – οι κινήσεις αυτές αυξάνουν επαχθώς το κόστος δανεισμού για τις αδύναμες χώρες της Ευρωζώνης. Ο πρόεδρος του ευρωπαϊκού πιστωτικού ιδρύματος, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, υιοθέτησε έναν τόνο αυστηρότητας, επισημαίνοντας ότι η κάμψη της οικονομίας και οι εντάσεις λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων δεν άμβλυναν τη στάση της ΕΚΤ.

Οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό παραμένουν ανοδικοί και η νέα αύξηση των επιτοκίων θεωρείτο αναμενόμενη, αφότου ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη είχε ανέλθει στο 2,7% τον Ιούνιο. Ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ υπογράμμισε πως «η Τράπεζα θα συνεχίσει να καταγράφει πολύ στενά όλες τις εξελίξεις σε σχέση με τη σταθερότητα των τιμών». Επέμεινε πως η ΕΚΤ δεν προκαταλαμβάνει τις εξελίξεις. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει έντονη. Αυτό ίσως υποδηλώνει πως ο κ. Τρισέ θα περιμένει έως τον Σεπτέμβριο, όταν οι νέες οικονομικές προβλέψεις της ΕΚΤ δημοσιοποιηθούν, προτού προχωρήσει στην επόμενη κίνησή του.

Αναφερόμενος στη δημοσιονομική κρίση της Ευρωζώνης, προσέφερε τη στήριξή του στην Πορτογαλία, της οποίας η δανειοληπτική ικανότητα υποβαθμίστηκε από τη Moody’s στη βαθμίδα των «ομολόγων-σκουπιδιών». Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπως και στην αντίστοιχη περίπτωση της Ελλάδας, θα εξακολουθήσει να δέχεται τα πορτογαλικά ομόλογα ως ενέχυρο παρά την υποβάθμιση. Τέλος, ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ, του οποίου η θητεία λήγει τον Οκτώβριο, επανέλαβε τη σταθερή αντίθεσή του στη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στο δεύτερο πακέτο σωτηρίας της Ελλάδας. Κατά την εκτίμησή του, αυτή η συμμετοχή θα μεταφραζόταν σε χρεοκοπία επιλεκτική ή μη, ενώ η βασική ευθύνη διαχείρισης της κρίσης ανήκει στις κυβερνήσεις και όχι στην Κεντρική Τράπεζα.