ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ποιος τελικά αξιολογεί τους αξιολογητές

Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ευρώπη, έχουν θέσει ξανά στο στόχαστρο την αξιοπιστία των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης, με τις πιέσεις για μεταρρύθμιση να ακούγονται και πάλι σε αμφότερες τις όχθες του Ατλαντικού. Αφορμής δοθείσης από τις εξελίξεις στις ΗΠΑ, τις οποίες η S&P απειλεί με υποβάθμιση λόγω της δυσκολίας επίτευξης συμφωνίας για αύξηση του ορίου χρέους, αλλά και των υποβαθμίσεων Πορτογαλίας και Ιρλανδίας αυτό τον μήνα στην Ευρώπη, οι Financial Times διερωτώνται ποιος τελικά αξιολογεί τους αξιολογητές. Την ίδια ώρα, η Wall Street Journal εκφράζει ανησυχία ότι οι οίκοι έχουν υπερβολική δύναμη στα χέρια τους και υποστηρίζει το σπάσιμο του καρτέλ, τονίζοντας πάντως ότι αν οι τελευταίοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν την απειλή της υποβάθμισης για να πείσουν την Ουάσιγκτον να επιβραδύνει τις δαπάνες, θα έχουν επιτελέσει κοινωνικό έργο.

Τα μέτρα που λαμβάνονται για την αλλαγή του συστήματος -γράφουν οι FT- είναι δύσκολα εφαρμόσιμα. Στις ΗΠΑ, οι μεταρρυθμίσεις του νόμου Ντοντ-Φρανκ για ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα λιγότερο εξαρτημένο από τις αξιολογήσεις των οίκων συναντούν δύο μεγάλα εμπόδια: Πρώτον, ότι δεν υπάρχουν απλές εναλλακτικές. Και δεύτερον, ότι η αμερικανική νομοθεσία και οι προταθείσες αλλαγές στην ευρωπαϊκή συγκρούονται με κάποιους κεντρικούς κανόνες του παγκόσμιου ρυθμιστικού πλαισίου για τις τράπεζες, το οποίο στηρίζεται στις βαθμολογίες για τον υπολογισμό του κινδύνου των ομολόγων. Οσο για την Ευρώπη, η ιδέα της δημιουργίας ευρωπαϊκής υπηρεσίας που θα περιορίζει την κυριαρχία των Moody’s, S&P και Fitch βρίσκει εμπόδια, μεταξύ άλλων, στον προβληματισμό για τον βαθμό ανεξαρτησίας αυτής της υπηρεσίας.

Σύμφωνα με τη WSJ, ο νόμος Ντοντ-Φρανκ περιλαμβάνει κάτι πολύ σημαντικό: την απαίτηση να διαλύσουν οι αρχές το καρτέλ των οίκων που συνέβαλε στην κρίση του 2008. Η εφημερίδα εκτιμά ότι δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας περί έλλειψης εναλλακτικών λύσεων στους τρεις μεγάλους οίκους, αν οι κρίσεις τους δεν είναι απαραίτητες από ένα σημείο και έπειτα. Θα υπάρξουν επιλογές, εκτιμά, σε μια αγορά που θα προσφέρει την καλύτερη ανάλυση όταν κανείς δεν θα χρειάζεται να την αγοράσει.