ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στη δίνη των ομολόγων οι τράπεζες

Από τότε που ξέσπασε η δημοσιονομική κρίση στην Ευρώπη, ο κίνδυνος μετάδοσης από την περιφέρεια στον πυρήνα της Ευρωζώνης προβληματίζει αξιωματούχους και επενδυτές. Σήμερα, ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης παίρνει διαφορετική μορφή και αφορά τον καταμερισμό απωλειών σε μεγάλες τράπεζες, ειδικότερα τις ισπανικές και τις ιταλικές.

Η μεγάλη έκθεση των τραπεζικών ομίλων στις δύο αυτές χώρες προκαλεί προβληματισμό, ιδιαίτερα λόγω των φόβων αποτυχίας του τελευταίου σχεδίου διάσωσης που χάραξαν οι ηγέτες της Ε.Ε., μόλις, δύο εβδομάδες πριν. Οι τράπεζες της Ιταλίας και Ισπανίας έχουν αγοράσει μεγάλο όγκο κρατικών ομολόγων των χωρών τους. Ως εκ τούτου, υφίστανται μεγάλες απώλειες από την κατακόρυφη πτώση των τιμών τους, που πυροδοτείται από την ανησυχία για μια αβάσταχτη αύξηση του κόστους δανεισμού της κυβέρνησης. Σε αυτό το στάδιο της 18μηνης δημοσιονομικής κρίσης στην Ευρωζώνη, εμφανίζονται ενδείξεις για αύξηση του κόστους δανεισμού και στη διατραπεζική αγορά. Τα εμπόδια πληθαίνουν, εν ολίγοις, για τη χρηματοδότηση των ημερήσιων λειτουργιών των τραπεζών, με κίνδυνο να υπάρξουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας.

Από τότε που ανακοινώθηκε το δεύτερο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας, με στόχο να αποτρέψει, μεταξύ άλλων, την εξάπλωση της κρίσης στην Ισπανία και την Ιταλία, οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων αυτών των δύο χωρών έχουν ξεπεράσει το 6%, δηλαδή είναι αρκετά υψηλότερες σε σχέση με δύο μήνες πριν.

Εχουν εισέλθει σε «ζώνη κινδύνου», όπου το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας ακολουθεί ανοδική πορεία όπως συνέβη με τις περιπτώσεις της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, των τριών χωρών που έχουν δεχτεί οικονομική βοήθεια από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ. Κατά συνέπεια, τραπεζικοί κολοσσοί με σημαντικό ρόλο στις αγορές χρέους της περιφέρειας στην Ευρωζώνη, όπως είναι η ιταλική UniCredit και η ισπανική Santander, σήμερα είναι «εγκλωβισμένες» σε μια φθίνουσα πορεία των επενδύσεών τους σε ομόλογα. Πολλές από αυτές τις τράπεζες διαθέτουν χαρτοφυλάκια που υπερβαίνουν τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Σύμφωνα με στοιχεία της Sanford Bernstein, η έκθεση της UniCredit σε κρατικά ομόλογα, κυρίως του ιταλικού Δημοσίου, αντιστοιχούν στο 121% του δείκτη βασικών κεφαλαίων. Στην περίπτωση της Intesa, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 175%. Στην Ισπανία, οι τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα της BBVA ανέρχονται στο 193% του δείκτη βασικών κεφαλαίων και της Santander στο 76%.

Κατά συνέπεια, οι αγορές τηρούν στάση σκεπτικισμού για τις αντοχές των τραπεζών να απορροφήσουν απώλειες. Ετσι δεν τις τροφοδοτούν με δάνεια. Αναγκαστικά, οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν εξαρτημένες στη διαθεσιμότητα κεφαλαίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Ορισμένοι αναλυτές εστιάζουν στον διπλασιασμό του κόστους δανεισμού στη διατραπεζική αγορά δολαρίων, θυμίζοντας την τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση. Τα τρέχοντα επίπεδα, ωστόσο, δεν έχουν προσεγγίσει αυτά που είχαν σημειωθεί το 2008, όταν είχε παγώσει κάθε ροή κεφαλαίων μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers. Από την άλλη πλευρά, αρνητικό ρόλο παίζουν οι πρόσφατες απώλειες που έχουν επωμιστεί οι γαλλικές τράπεζες από διαγραφές στην αξία των ελληνικών ομολόγων. Μέχρι σήμερα, οι ιταλικές και οι ισπανικές τράπεζες έχουν απορροφήσει τα λιγότερα κεφάλαια από την ΕΚΤ. Οπως σημειώνει, ωστόσο, η Merrill Lynch σε πρόσφατη έκθεση «εάν συνεχιστούν αυτές οι τάσεις, τότε δεν θα οδηγηθούν στα ύψη μόνον οι αποδόσεις των ισπανικών ομολόγων, αλλά και το κόστος δανεισμού στη διατραπεζική αγορά». Τέλος, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δεν διαθέτει, ακόμη τουλάχιστον, την ισχύ αλλά και τη δυνατότητα ενίσχυσης των τραπεζών με νέα κεφάλαια.