ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θύελλα ξέσπασε στις αγορές Ευρώπης και ΗΠΑ

Ισχυρές αναταράξεις προκάλεσε στις αγορές η επέκταση της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης στην Ιταλία και την Ισπανία με τους κραδασμούς να κλιμακώνονται την Πέμπτη, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη συντονισμένη πτώση μετά την κατάρρευση της Lehman Βrothers.

Η ένταση άρχισε, πάντως, να αποκλιμακώνεται την Παρασκευή όταν διέρρευσε η πληροφορία ότι η ΕΚΤ, που είχε αρχίσει να αγοράζει ομόλογα Πορτογαλίας και Ιρλανδίας, προτίθεται να επεκτείνει τις αγορές σε ιταλικά και ισπανικά ομόλογα.

Παράλληλα οι πρωθυπουργοί Ιταλίας και Γαλλίας, Σίλβιο Μπερλουσκόνι και Νικολά Σαρκοζί συμφώνησαν στη σύγκλιση έκτακτης συνάντησης της G7, ενώ άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας συνάντησης των ηγετών της G8. Την ίδια ημέρα ο νέος υπουργός Οικονομικών της Κύπρου, Κίκης Καζαμίας, τόνισε πως δεν βλέπει προς το παρόν ανάγκη να προσφύγει η Κύπρος στον ευρωπαϊκό μηχανισμό διάσωσης.

Με την αλλαγή του κλίματος της Παρασκευής ανέκαμψε το ευρώ, πλησιάζοντας στα 1,43 δολάρια από τα 1,4097 στα οποία είχε κλείσει την Πέμπτη. Επωφελήθηκε, η Wall Street που είχε ανοίξει ανοδικά χάρη στις ενθαρρυντικές εξελίξεις στην αμερικανική αγορά εργασίας και ύστερα από διακυμάνσεις ο Dow Jones έκλεισε με άνοδο 0,54%, ενώ ο Nasdaq υποχώρησε κατά 0,94%. Οι ευρωπαϊκές αγορές είχαν κλείσει με υποχώρηση, αισθητά μικρότερη, πάντως, από τη βουτιά προηγούμενης συνεδρίασης.

Εν αναμονή μιας επιβεβαίωσης της προσδοκίας για αγορές ιταλικών και ισπανικών ομολόγων από αύριο, και του συνεπακόλουθου κατευνασμού, ο χρυσός, που εκινείτο από ρεκόρ σε ρεκόρ τον τελευταίο καιρό, υποχώρησε μεν από τα επίπεδα ρεκόρ των 1.667 δολαρίων η ουγγιά, στα οποία είχε φθάσει την Πέμπτη αλλά παρέμεινε πάνω από τα 1.650 δολάρια.

Το δολάριο σημείωσε, άλλωστε, ιστορικό χαμηλό έναντι του ελβετικού φράγκου που είχε κλείσει στα 1,3067 δολάρια την Πέμπτη για να υποχωρήσει οριακά την Παρασκευή στα 1,3011 δολάρια.

Συνολικά στη διάρκεια της εβδομάδας εξανεμίστηκαν 400 δισ. ευρώ από τη χρηματιστηριακή αξία των βασικών δεικτών Ολλανδίας, Γερμανίας, Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας. Σε παγκόσμιο επίπεδο οι απώλειες μέσα στην εβδομάδα υπολογίζονται σε 2,5 τρισ. δολάρια.

Την Πέμπτη κι ενώ Ιταλία και Ισπανία δέχονταν θύελλα επιθέσεων, υποχωρούσε άτακτα η Wall Street και οι δείκτες Dow Jones S&P 500 έκαναν βουτιά σε ποσοστά άνω του 4%. Την ίδια στιγμή ευρωπαϊκές αγορές βυθίζονταν σε ποσοστά κοντά στο 4% με το Χρηματιστήριο του Μιλάνου να κάνει βουτιά 5,16%. Την Παρασκευή έκλεισαν μεν με πτώση αλλά πολύ μικρότερη από τις προηγούμενης συνεδρίασης.

Τη μεγαλύτερη πτώση σημείωσε ο δείκτης FTSE του Λονδίνου που έκλεισε με απώλειες 2,71%. Μολονότι δεν είχε διαρρεύσει ακόμη η προσδοκία για αγορές ιταλικών ομολόγων, η αγορά του Μιλάνου κατέγραψε οριακή πτώση με τον δείκτη FTSE MIB να κλείνει με υποχώρηση 0,7%.

Εξίσου περιορισμένες ήταν, άλλωστε, οι απώλειες της ισπανικής αγοράς με τον δείκτη IBEX να κλείνει έχοντας χάσει μόλις 0,18%. Εξαιρετικά δυσοίωνη ήταν αντίθετα η εικόνα του Χρηματιστηρίου Αθηνών που ήταν στο κόκκινο για 10η συναπτή ημέρα και έκλεισε με πτώση 2,25%, στις 1.062 μονάδες. Συνολικά οι απώλειές του σε 10 ημέρες φθάνουν στο 17,4%.

Φράγκο και γιεν

Το… «στίγμα» του επενδυτικού καταφυγίου ήθελαν να αποφύγουν η ελβετική κεντρική τράπεζα και η Τράπεζα της Ιαπωνίας, υιοθετώντας αιφνιδίως μέτρα για να αποτρέψουν μεγαλύτερη ενίσχυση του φράγκου και του γιεν, αντιστοίχως. Τα νομίσματα των δύο χωρών έχουν μετατραπεί σε πόλο έλξης των επενδυτών που αναζητούν ασφάλεια εν μέσω μιας κλιμακούμενης δημοσιονομικής κρίσης στην Ευρωζώνη, αλλά και του κινδύνου να βυθιστούν οι ΗΠΑ σε διπλή ύφεση. Η Τράπεζα της Ελβετίας μείωσε ξαφνικά, την Τετάρτη, τα επιτόκια Libor στο φάσμα του 0%-0,25%, αποδυναμώνοντας, προς στιγμήν, το ελβετικό νόμισμα. Ωστόσο, εκτοξεύθηκε την Παρασκευή στο ρεκόρ των 1,0710 φράγκων έναντι του ευρώ για να υποχωρήσει αργότερα στα 1,0859 φράγκα, μετά την προειδοποίηση της ελβετικής κεντρικής τράπεζας για πρόσθετα μέτρα. Στην Ιαπωνία αποφασίστηκε να διοχετευθούν ένα τρισ. γιεν ή 126 δισ. δολάρια στη διατραπεζική αγορά, την Πέμπτη, με αποτέλεσμα το ιαπωνικό νόμισμα να αποδυναμώνεται κατά 4%, από τα 77,10 γιεν στα 80,20 γιεν έναντι του δολαρίου.