ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ποιος θα πληρώσει την προσαρμογή στις ΗΠΑ;

Η απόφαση της Standard & Poor’s να υποβαθμίσει την Αμερική κατά μία βαθμίδα και η βουτιά του χρηματιστηρίου αποτελούν σοβαρά συμπτώματα απώλειας εμπιστοσύνης.

Λίγοι αμφιβάλλουν αν η Αμερική μπορεί να διαχειριστεί το χρέος της, αλλά πολλοί αμφιβάλλουν αν το πολιτικό της σύστημα μπορεί να διευθετήσει τα οικονομικά της προβλήματα. Η συμφωνία για το όριο δανεισμού δεν μας λέει πώς να μη διολισθήσουμε εκ νέου σε ύφεση ούτε πώς να αντλήσουμε αρκετά έσοδα για να καλύψουμε τις κοινωνικές δαπάνες. Επιπλέον παρακάμπτει το θεμελιώδες ερώτημα: ποιος θα πληρώσει για να αποκατασταθούν οι ζημίες που συσσωρεύθηκαν την περασμένη δεκαετία από τις ανεύθυνες φοροαπαλλαγές, τους δαπανηρούς πολέμους, την ανεπαρκή ρύθμιση των αγορών και τις φούσκες που αυτές προκάλεσαν;

Το σχέδιο περικόπτει δαπάνες. Οταν, όμως, η ανεργία είναι 9,1% και οι μακροχρόνια άνεργοι ανέρχονται σε επίπεδα ρεκόρ, χρειαζόμαστε περισσότερες δαπάνες. Και αυξάνονται οι πιθανότητες μιας διπλής ύφεσης, οπότε θα αυξηθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα. Αλλά δεν είναι δυνατόν να τιθασευθούν τα ελλείμματα χωρίς νέους φόρους. Η απόφαση της S&P αντανακλά την προσδοκία ότι οι Ρεπουμπλικανοί δεν θα επιτρέψουν να εκπνεύσουν οι φοροαπαλλαγές.

Τις επόμενες δεκαετίες, η Αμερική θα αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάθε χρεωμένη χώρα: ποιος θα επωμιστεί το βάρος της προσαρμογής;

Ισως πολλοί Αμερικανοί να πιστεύουν ότι μπορούμε να μεταβιβάσουμε το κόστος της προσαρμογής στους ξένους. Οι πιστωτές μας ανησυχούν ότι θα μειώσουμε το βάρος του χρέους με τον παραδοσιακό τρόπο, καταφεύγοντας σε έναν ήπιο πληθωρισμό και ένα υποτιμημένο δολάριο, που θα ελάφρυναν σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους μας εις βάρος των πιστωτών μας. Ωστόσο, η προσαρμογή στην πραγματικότητα του αμερικανικού χρέους θα απαιτήσει αναπόφευκτα θυσίες στο εσωτερικό της χώρας. Η μάχη περί του ποιος θα θυσιαστεί έχει ήδη αρχίσει, αν και συγκεκαλυμμένη με ρητορικά σχήματα. Οι Ρεπουμπλικανοί δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για την τόνωση της ανάκαμψης, ενώ πρωταρχικό τους μέλημα είναι να μην πληρώσουν τη δημοσιονομική μας προσαρμογή τα υψηλά εισοδήματα.

Το αποτέλεσμα είναι πως η ανεργία μεταξύ των Αμερικανών με το υψηλότερο εισόδημα είναι μόλις 4%, ενώ εκείνη μεταξύ των φτωχότερων είναι τετραπλάσια. Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, επιμένουν πως το κόστος της προσαρμογής δεν πρέπει να πέσει στους ώμους όσων επωφελούνται από τις κοινωνικές δαπάνες. Απευθύνονται, έτσι, στη βάση του εργατικού κινήματος, στον δημόσιο τομέα και στους φτωχούς. Χάσαμε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα σπαταλώντας τα πλούτη μας και δανειζόμενοι σαν να μην υπήρχε αύριο.

Τώρα κινδυνεύουμε να χάσουμε αυτή τη δεκαετία εξ αιτίας μιας ατελούς ανάκαμψης και μιας οικονομικής στασιμότητας. Μια οικονομικά υπεύθυνη, πολιτικά συνετή κατανομή του κόστους θα απαιτήσει αύξηση φόρων, πιο αποτελεσματική φορολογική νομοθεσία και περιορισμό στην αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Αν αγνοήσουμε τις πραγματικότητες αυτές και τις επιλογές που αυτές συνεπάγονται, απλώς αναβάλλουμε την κρίσιμη μέρα και ίσως την καθιστούμε πιο δύσκολη.