ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Αγκελα Μέρκελ δεν πείθει τους Γερμανούς επιχειρηματίες

«Υποστηρίζω το ευρώ, αλλά όχι με κάθε τίμημα», δήλωνε σε πρόσφατη συνέντευξη ο Βόλφγκανγκ Ράιτσλε, διευθύνων σύμβουλος της παραγωγού βιομηχανικών αερίων Linde. Δεν είναι ο μόνος. Πολλοί Γερμανοί επιχειρηματίες αναρωτιούνται μήπως τα κατά τα φαινόμενα ατέρμονα πακέτα διάσωσης της Ευρωζώνης, στα οποία η Γερμανία συνεισφέρει τα περισσότερα, αρχίζουν να υπερτερούν των (σημαντικών) πλεονεκτημάτων της Ευρωζώνης.

Τους φόβους τους επιτείνει αυτό που οι ίδιοι θεωρούν πολιτική ολίσθηση του Βερολίνου. Πολλοί Γερμανοί επιχειρηματίες -υποστηρίζουν κύκλοι προσκείμενοι σε αυτούς- έχουν χάσει την πίστη τους στην ικανότητα της κυβέρνησης Μέρκελ να βγάλει την Ευρώπη από την κρίση. Βλέπουν μόνο αδύναμη ηγεσία, στρεβλή λήψη αποφάσεων και κακή επικοινωνία. Πολλοί επιχειρηματίες διαμαρτύρονται ότι η κυβέρνηση -οι συντηρητικοί Χριστιανοδημοκράτες (CDU) με τους φιλικούς προς τις επιχειρήσεις Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP)- μαστίζεται από εσωτερικές έριδες. Το CDU θέλει να διατηρήσει υψηλούς τους φόρους για να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα. Το FDP επιμένει ότι η μείωση του βάρους προς τους φορολογουμένους ήταν μέρος της συμφωνίας για σχηματισμό της κυβέρνησης συνασπισμού μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2009. Τώρα, οι διαφορές για το ευρώ εντείνουν τον πονοκέφαλο. Τον Σεπτέμβριο, η κ. Μέρκελ θα πρέπει να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική έγκριση της συμφωνίας στην οποία κατέληξε με τους άλλους ηγέτες της Ευρωζώνης τον Ιούλιο για επέκταση των εξουσιών του μηχανισμού στήριξης. Η διαφωνία κάποιων βουλευτών του FDP, αλλά και του ίδιου του CDU, μπορεί να την υποχρεώσει να στηριχθεί στην αντιπολίτευση.

Ολα αυτά, βεβαίως, σε συνδυασμό με τη στάση του Βερολίνου απέναντι στα πυρηνικά μετά την τραγωδία της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία. Αυτό τον μήνα, η μεγάλη ενεργειακή RWE αποκάλυψε ότι η απόφαση για κλείσιμο των πυρηνικών σταθμών ώς το 2022 της κόστισε 900 εκατ. ευρώ μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2011. Η E.ON αποτίμησε τη δική της ζημία σε 1,7 δισ. ευρώ για το δεύτερο τρίμηνο και προειδοποίησε για πιθανότητα 11.000 απολύσεων. Η Bayer εξετάζει μεταφορά της παραγωγής της σε χώρες όπου οι τιμές της ενέργειας έχουν πιο βέβαιο μέλλον.

Κάποια μέλη του επιχειρηματικού κόσμου αρχίζουν να νοσταλγούν παλαιότερες κυβερνήσεις, οι οποίες κατά τη γνώμη τους υπήρξαν πιο αποτελεσματικές. Πριν ενώσει δυνάμεις με το FDP, η κ. Μέρκελ ηγούνταν ενός «μεγάλου συνασπισμού» με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD). Τον Δεκέμβριο του 2008, με την παγκόσμια οικονομία να παραπαίει, κάλεσε εξέχοντες Γερμανούς επιχειρηματίες για να συζητήσουν πακέτο μέτρων στήριξης, συμπεριλαμβανομένων επιδοτήσεων για τη διατήρηση προσωπικού με μειωμένο ωράριο αντί απόλυσης. Το πακέτο λειτούργησε. Κάποιοι θυμούνται με νοσταλγία ακόμα και τον «κοκκινοπράσινο συνασπισμό» του Γκέρχαρντ Σρέντερ, καγκελάριου της Γερμανίας το 1998-2005 με παρατσούκλι «φιλαράκι των αφεντικών» λόγω των επαχθών εργατικών και φορολογικών μεταρρυθμίσεων που προώθησε. Πολλοί θεωρούν ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι ο λόγος που η Γερμανία πέρασε την κρίση σχετικά αλώβητη.

Σήμερα, τα αφεντικά στη Γερμανία νιώθουν ότι έχουν ελάχιστα φιλαράκια στο Βερολίνο. Κάποιοι από τους φιλικότερα προσκείμενους αξιωματούχους των υπουργείων έχουν μετακινηθεί σε άλλες θέσεις. Μεταξύ αυτών, ο Μάρκους Κέρμπερ, πρώην κορυφαίος οικονομικός σύμβουλος της καγκελαρίου και σήμερα επικεφαλής της Ομοσπονδίας Γερμανών Βιομηχάνων, και ο Γενς Βάιντμαν, επίσης πρώην σύμβουλος της κ. Μέρκελ και σήμερα επικεφαλής της Bundesbank. Οι επιχειρηματίες σέβονται τον υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ομως και εκείνος θα χάσει καλά μέλη του επιτελείου του.

Επιχειρηματίες και τραπεζίτες νιώθουν ότι η κυβέρνηση δεν ακούει πλέον. Ωστόσο, η δυσαρέσκειά τους δεν είναι ο μόνος λόγος ανησυχίας της κ. Μέρκελ. Το CDU της κυβέρνησης συνασπισμού και το αδελφό κόμμα του, Χριστιανική Κοινωνική Ενωση (CSU), διαπίστωσαν ότι τα περισσότερα μέλη τους είναι κατά της στήριξης των χωρών της Ευρωζώνης. Και ο γερμανικός Τύπος στρέφεται κατά της απόφασης της ΕΚΤ να αγοράσει ισπανικά και ιταλικά ομόλογα, κίνηση που θεωρεί «στροφή από την ορθόδοξη νομισματική πολιτική».