ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μαρία βαν ντερ Χόβεν : Από τη διδασκαλία στο πηδάλιο της IEA

Οταν βρισκόταν στις αίθουσες διδασκαλίας ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης στην Ολλανδία και δίδασκε διοίκηση επιχειρήσεων σε ενήλικες, μάλλον δεν μπορούσε να φανταστεί την εντυπωσιακή εξέλιξή της, η οποία την έφερε στο υπουργείο Οικονομικών της Ολλανδίας και μετά στη Διεθνή Επιτροπή Ενέργειας (ΙΕΑ). Η Μαρία βαν ντερ Χόβεν αναλαμβάνει τα ηνία της ΙΕΑ από την 1η Σεπτεμβρίου ως εκτελεστική διευθύντρια. Αντικαθιστά τον Νομπούο Τανάκα, και έχει αρκετά μείζονα θέματα να διευθετήσει: το κόστος του πετρελαίου σε μία κλονισμένη παγκόσμια οικονομία, τις διαταραγμένες σχέσεις με τον Οργανισμό Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών (ΟΠΕΚ) που έλαβε ως «παρακαταθήκη» του προκατόχου της, αλλά και την ανάγκη διεύρυνσης των μελών της Επιτροπής, η οποία εκπροσωπεί όσες χώρες καταναλώνουν ενέργεια. Στη σημερινή διεθνή σκηνή η Κίνα και η Ινδία, οι οποίες δεν ανήκουν στην ΙΕΑ, αναδεικνύονται σε ισχυρότατες δυνάμεις στην κατανάλωση πετρελαίου. Παράλληλα, η ζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία καταβροχθίζει ακόμα τις μεγαλύτερες ποσότητες «μαύρου χρυσού» διεθνώς, εμφανίζει κάποια σημάδια κόπωσης κυρίως λόγω της οικονομικής δυσπραγίας και της ανεργίας.

Η πρώτη γυναίκα επικεφαλής της IEA έχει φίλους και υποστηρικτές αλλά και «εχθρούς». Παράγοντες των αγορών αμφισβητούν πως έχει την αναγκαία εις βάθος γνώση του χώρου της ενέργειας. Ωστόσο, οι στενοί συνεργάτες της και όσοι την στηρίζουν εκθειάζουν τις ικανότητές της και τη μεγάλη εμπειρία της στην πολιτική. Συμμετέχει ενεργά στα δρώμενα της χώρας της από το 1991, οπότε και εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής, ενώ έχει διατελέσει υπουργός Πολιτισμού, Παιδείας και Επιστημών πριν αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών.

Καλές δημόσιες σχέσεις

Στην τελευταία της αυτή θέση από τον Φεβρουάριο του 2007 έως τον Οκτώβριο 2010 είχε να διαχειριστεί πάμπολλα θέματα του κλάδου της ενέργειας, ένα εκ των οποίων ήταν ο καθορισμός μεγαλόπνοων στόχων για τη χρήση ανανεώσιμων πηγών από την Ολλανδία. Αλλωστε, η 62χρονη Μαρία βαν ντερ Χόβεν βρέθηκε στον συγκεκριμένο θώκο σε εποχή ανόδου της Ολλανδίας ως ενεργειακής δύναμης, καθώς πωλεί στη διεθνή αγορά φυσικό αέριο, δίνοντάς της την ευκαιρία να αναπτύξει καλές σχέσεις με τις κορυφαίες χώρες στην παραγωγή ενέργειας και μέλη του ΟΠΕΚ. «Είναι γνωστή στους διεθνείς κύκλους και είναι αποδεκτή από τους συνομιλητές της, ενώ παράλληλα έχει την ικανότητα να είναι πολύ συγκεντρωμένη στους στόχους της και στο πώς θα τους υλοποιήσει», επισημαίνει ο πρώην συνεργάτης της Χανς Βίτζλμπριφ, ο οποίος εκτελεί χρέη γενικού διευθυντή στο υπουργείο Οικονομικών. Τα ίδια εύσημα της αποδίδει και ο Γιαν Βίλεμ βαν Χοογκστράτεν, διευθυντής, αρμόδιος για την Ολλανδία στην Εθνική Εταιρεία Ενέργειας του Αμπου Ντάμπι. Η κ. Βαν ντερ Χόβεν κατόρθωσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών, ώστε να διαδραματίσουν και αυτοί ρόλο στην ανάδειξη της Ολλανδίας σε κόμβο στο εμπόριο φυσικού αερίου. «Η υπουργός εδραίωσε την απαραίτητη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις εταιρείες και τις χώρες, εκφράζοντας με τον πιο σαφή τρόπο τη δυναμική στήριξη του ολλανδικού κράτους», επισημαίνει ο κ. Βαν Χοογκστράτεν.

Ανάλογους επαινετικούς χαρακτηρισμούς για τη νέα διευθύντρια επιφύλαξε και ο Κλοντ Μαντίλ. Διετέλεσε προκάτοχός της την περίοδο 2003-2007 και θεωρήθηκε ο καλύτερος από τους διευθυντές στην ιστορία του Οργανισμού. «Διαθέτει μία πάρα πολύ ξεκάθαρη σκέψη και τώρα της δίνεται μία σημαντική ευκαιρία», επεσήμανε για τη νέα επικεφαλής.

Ενα ακόμα δυνατό της σημείο, το οποίο ενδεχομένως να την βοηθήσει στο να αναζωογονήσει τη συνεργασία μεταξύ της ΙΕΑ και του ΟΠΕΚ είναι ότι μπορεί να εξασφαλίσει τη συναίνεση όλων των συμβαλλόμενων μερών, αφού ήδη έχει κτίσει μία σχέση με τα μέλη των δυο οργανισμών, έχοντας χειριστεί ζητήματα ενέργειας από τη θέση της ως υπουργού Οικονομικών της Ολλανδίας.

Προτεραιότητα της νέας επικεφαλής της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας θα είναι και η διεύρυνση της βάσης των μελών της, στα οποία θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η Κίνα και η Ινδία με δεδομένο τον όγκο των αποθεμάτων τους σε πετρέλαιο. Σχετικές συνομιλίες διεξάγονται αρκετό καιρό, αλλά ακόμα δεν έχουν αποδώσει αποτελέσματα. Ειδικά για την Κίνα οι αναλυτές επισημαίνουν πως είναι σημαντικό να ενταχθεί στους κόλπους της ΙΕΑ και να προσφέρει αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία, με τα οποία θα καλυφθεί ένα τεράστιο κενό αναφορικά με τη γνώση της αγοράς. Μία ακόμα προσέγγιση, την οποία πιθανώς να αποπειραθεί η Μαρία βαν ντερ Χόβερ, έχει να κάνει με τη Ρωσία, η οποία αυτή τη στιγμή αντλεί περισσότερο πετρέλαιο από ό,τι η Σαουδική Αραβία, η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα του ΟΠΕΚ. Η Ρωσία, η οποία είναι και η μεγαλύτερη παραγωγός φυσικού αερίου διεθνώς, απέχει του ΟΠΕΚ και της ΙΕΑ. Ωστόσο, ο ρωσικός Τύπος σχολίασε θετικά τους έμπειρους χειρισμούς της, όταν ως υπουργός Οικονομικών είχε συνομιλήσει με το Κρεμλίνο και την Gazprom.

Κόντρα με ΟΠΕΚ

Ο προκάτοχος της Μαρίας βαν ντερ Χόβεν αναγκάστηκε να δώσει εντολή για έκτακτη αποδέσμευση πετρελαϊκών αποθεμάτων τον Ιούνιο, ώστε να αντισταθμιστεί η απώλεια από την παραγωγή της Λιβύης του ενός εκατ. βαρελιών ημερησίως εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου. Πέραν τούτου, η Διεθνής Επιτροπή Ενέργειας εξέφρασε την ανησυχία της για την παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ελήφθη αρκετούς μήνες μετά την αιφνίδια διακοπή παραγωγής της Λιβύης, οπότε δημιουργήθηκαν εύλογα τα ερωτήματα για τον σκοπό της παρέμβασης της ΙΕΑ. Αρκετοί, μεταξύ αυτών και ΟΠΕΚ, κατηγόρησαν τον διεθνή οργανισμό ότι τα έκτακτα αποθέματα τα απελευθέρωσε εφέτος απλώς και μόνον για να ελέγξει τις τιμές στην αγορά και για να επιτεθεί στον ΟΠΕΚ.

Το ουσιώδες στο συγκεκριμένο θέμα, όπως παρατηρούν αναλυτές, είναι το πόσο καθυστέρησε η ανταπόκριση της ΙΕΑ στο κενό της Λιβύης. Εν τω μεταξύ, η αποδέσμευση των αποθεμάτων έλαβε χώρα μετά τη σύνοδο του ΟΠΕΚ, η οποία ναυάγησε. Η Σαουδική Αραβία είχε προτείνει αύξηση παραγωγής για να κατευναστεί η άνοδος των τιμών, χωρίς να εισακουστεί. Οντας στο πηδάλιο της «αντίπαλης» ΙΕΑ, η Μαρία βαν ντερ Χόβεν έχει ήδη προϋπηρεσία στις διαπραγματεύσεις με τον ΟΠΕΚ και έχει αφήσει καλές εντυπώσεις.

Σπουδές και διδασκαλία

Η εκτελεστική διευθύντρια της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας σπούδασε αρχικά παιδαγωγικά και αγγλική φιλολογία για να συνεχίσει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών με διοίκηση επιχειρήσεων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Δίδαξε σε σχολεία και σε ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης, διετέλεσε σχολική σύμβουλος τις δεκαετίες ’70 και ’80 και ανέλαβε επικεφαλής του Εμπορικού Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης Ενηλίκων στο Μάαστριχτ. Το 1991 προήδρευσε του Τεχνολογικού Κέντρου στο Λίμπουργκ, ενώ από το 1985 είχε ξεκινήσει την πολιτική της καριέρα με τη συμμετοχή της στην τοπική αυτοδιοίκηση της Ολλανδίας.