ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Γερμανία δεν αναλαμβάνει επιπλέον βάρη χωρίς έλεγχο εθνικών προϋπολογισμών

Προειδοποίηση προς φίλους και εταίρους μέσα και έξω από τη Γερμανία απηύθυνε χθες η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, δηλώνοντας ότι πρέπει ακόμη να γίνει πολλή δουλειά προκειμένου να ολοκληρωθεί το «ευρωπαϊκό εγχείρημα». Επικαλούμενη τις «θεμελιώδεις αρχές» τις οποίες μοιράζεται με την πλειοψηφία του γερμανικού λαού, η κ. Μέρκελ δήλωσε ότι το Βερολίνο δεν πρόκειται να αναλάβει επιπλέον βάρη χωρίς προηγουμένως να έχει συμφωνηθεί ο έλεγχος των εθνικών προϋπολογισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

«Φυσικά, ακόμη δεν έχουν οργανώσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα με τέτοιο τρόπο ώστε να είμαστε σίγουροι ότι θα λειτουργήσει εύρυθμα. Γεγονός που σημαίνει ότι απομένουν πολλά που πρέπει να κάνουμε, όμως είμαι αισιόδοξη ότι θα επιτύχουμε», δήλωσε η κ. Μέρκελ σε συνέντευξη που μεταδόθηκε από την ιστοσελίδα του κυβερνώντος χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU). Μία ημέρα πριν οι Γερμανοί βουλευτές ψηφίσουν για την παροχή δανείου 100 δισ. ευρώ στην Ισπανία για τη διάσωση των ευάλωτων τραπεζών της, η κ. Μέρκελ διαβεβαίωσε τους (ανήσυχους) βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού ότι δεν είναι διατεθειμένη να δεσμεύσει περισσότερα χρήματα χωρίς προηγουμένως να έχει αποσπάσει σημαντικές εξουσίες επί των προϋπολογισμών των υπολοίπων κρατών–μελών της Ευρωζώνης. Η αρχή ότι «δεν πρέπει να δεχτούμε περισσότερα βάρη χωρίς να μπορούμε να ασκήσουμε πραγματικό έλεγχο» είναι κοινή με ένα μεγάλο μέρος του γερμανικού λαού, είπε η κ. Μέρκελ και διαβεβαίωσε τους συμπολίτες της πως δεν πρόκειται να υπάρξει οικονομική «αλληλεγγύη χωρίς την απαραίτητη προσπάθεια και καμία εγγύηση (σ.σ. ευρωομόλογα) χωρίς έλεγχο». Ο ένας αποδέκτης του μηνύματος είναι οι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού που σήμερα θα κληθούν να υπερψηφίσουν το δάνειο προς την Ισπανία. Ο δεύτερος αποδέκτης είναι οι υπόλοιποι ηγέτες της Ευρωζώνης, όπως ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Μόντι και ο Ισπανός πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι, οι οποίοι πιέζουν για τη δημιουργία, βραχυπρόθεσμα, τραπεζικής ένωσης και την υιοθέτηση, μεσοπρόθεσμα, ευρωομολόγων.

Την ανησυχία που υπάρχει στους συμπολιτευόμενους βουλευτές για την ακολουθούμενη πολιτική στην οικονομία εκφράζει, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος των Φιλελεύθερων Δημοκρατών στην επιτροπή Προϋπολογισμού, Γιούργκεν Κόπελιν, ο οποίος χθες υποστήριξε ότι η Γερμανία, φυσικά και η Ελλάδα και άλλες χώρες, θα πρέπει να επιστρέψουν στα εθνικά τους νομίσματα, ενώ το ευρώ θα χρησιμοποιείται μόνο για συναλλαγές στο εξωτερικό. «Εμείς στη Γερμανία θα χρησιμοποιούμε το γερμανικό μάρκο, αλλά ταυτόχρονα το ευρώ για τις εξαγωγές και το εμπόριο», είπε στο κανάλι ARD ο κ. Κόπελιν, προσθέτοντας ότι και οι Ελληνες θα έλυναν και αυτοί το πρόβλημά τους αφού θα υποτιμούσαν το νόμισμά τους. Πάντως, σε άρθρο του στους Financial Times, ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI), Ολαφ Χένκελ, αποδομεί την εικόνα της κ. Μέρκελ ως σκληρής πολιτικού που συνεχώς λέει «nein», και προβλέπει ότι η καγκελάριος θα αλλάξει την υποχωρητική πολιτική που εκτιμά πως ακολουθεί στο θέμα του ευρώ.

Εκτός ευρώ οι αδύναμες χώρες

Οι οικονομικά αδύναμες χώρες της Ευρωζώνης θα πρέπει να εγκαταλείψουν το κοινό νόμισμα, δήλωσε χθες σε γερμανικό περιοδικό ο κ. Γιούργκεν Σταρκ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ. «Υπάρχει η αναγκαιότητα εξυγίανσης στην Ευρωζώνη», δήλωσε ο κ. Σταρκ στο περιοδικό Manager, ωστόσο, όταν ρωτήθηκε σε ποιες χώρες αναφέρεται, αρνήθηκε να απαντήσει. Πάντως, ο κ. Σταρκ προειδοποίησε ότι η πλήρης διάλυση της Ευρωζώνης (σε αντίθεση με τη διάσπαση την οποία ευαγγελίζεται) θα αποτελούσε οικονομική καταστροφή Ο κ. Σταρκ ήταν ένας από τους δύο Γερμανούς (ο άλλος είναι ο πρώην πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας Αξελ Βέμπερ) της ΕΚΤ που παραιτήθηκαν πέρυσι διαμαρτυρόμενοι για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων κρατών–μελών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις χρηματαγορές. Το πρόγραμμα υιοθετήθηκε, εξαιρετικά απρόθυμα, από την ΕΚΤ τον Μάιο του 2010, ωστόσο η Φρανκφούρτη έχει αρκετούς μήνες να αγοράσει ομόλογα.