ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα στη δίνη αλλεπάλληλων σκανδάλων

Σε μεγάλη αμφισβήτηση βυθίζεται η αξιοπιστία του διεθνούς τραπεζικού συστήματος από το ξέσπασμα των σκανδάλων που εμπλέκουν κάποιους από τους μεγαλύτερους χρηματοπιστωτικούς ομίλους του κόσμου, ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές, ακόμη και υψηλούς κυβερνητικούς αξιωματούχους. Οι Credit Agricole, Deutsche Bank, HSBC και Société Générale βρίσκονται στο μικροσκόπιο των αρχών για να εξακριβωθεί εάν συμμετείχαν με την Barclays στη συστηματική χειραγώγηση των διατραπεζικών επιτοκίων Libor και Euribor από το 2005 μέχρι το 2009. Πέραν τούτου, η HSBC απασχόλησε αυτή την εβδομάδα τον διεθνή Τύπο λόγω ενός ακόμη σκανδάλου. Ερευνα αρμόδιας επιτροπής στη Γερουσία των ΗΠΑ κατέληξε σε πόρισμα ότι η HSBC πραγματοποίησε ανεπαρκείς ελέγχους σε πελάτες που ήταν ύποπτοι τρομοκρατίας στο Ιράν και τη Συρία, αλλά και για ξέπλυμα χρήματος από εμπόριο ναρκωτικών στο Μεξικό την περίοδο 2006-2010. Στη Βρετανία, ο υπουργός Εμπορίου, Λόρδος Γκριν, καλείται από τους Εργατικούς να λογοδοτήσει ως διευθύνων σύμβουλος της HSBC από το 2003 μέχρι το 2006. Τα συμβάντα αυτά καταδεικνύουν ότι παρά το βαρύτατο πλήγμα που επέφερε η τραπεζική κρίση του 2007-09 στις πραγματικές οικονομίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης, το χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει ευάλωτο σε καταχρήσεις. Οι πρόσφατες απώλειες της JPMorgan, της τάξεως των 2 δισ. δολ. με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις, θυμίζουν τους κινδύνους που κρύβουν παράτολμα στοιχήματα σε παράγωγα, μια «οικογένεια» επενδυτικών προϊόντων που μεταλλάσσεται συνεχώς και έχει συμβάλλει στην υψηλή μεταβλητότητα των αγορών από το 2007 μέχρι την υφιστάμενη κρίση χρέους στην Ευρωζώνη. Τα σκάνδαλα Libor και Euribor, όμως, προκαλούν μεγαλύτερο προβληματισμό, διότι καταδεικνύουν ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει αδύναμο ακόμη και σε βασικές λειτουργίες. Η Τράπεζα της Αγγλίας έδωσε την Παρασκευή στη δημοσιότητα έγγραφα για να αποκρούσει υποβόσκουσες κατηγορίες ότι αγνόησε προειδοποίηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης. Από το 2008, η Fed της Νέας Υόρκης είχε υποψιαστεί πιθανή δυσλειτουργία στον καθορισμό του επιτοκίου Libor. Τόσο το Libor, όσο και το Euribor χρησιμοποιούνται καθημερινά για την κοστολόγηση τραπεζικών δανείων και χρηματοοικονομικών παραγώγων. Καθορίζονται από τον μέσο όρο των εκτιμήσεων που υποβάλλουν οι τράπεζες καθημερινά. Αποτελούν δε, σημείο αναφοράς σε συναλλαγές της τάξεως των 500 τρισ. δολαρίων.

Οι εμπλεκόμενες τράπεζες είναι έτοιμες να προχωρήσουν ομαδικά σε συμβιβαστική λύση με τις αρμόδιες αρχές, όπως έπραξε η Barclays. Η βρετανική τράπεζα έχει ήδη καταβάλει πρόστιμα 407 εκατ. ευρώ ή 500 εκατ. δολάρια στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης Εμπορευμάτων των ΗΠΑ (CTFC), στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης και στην Αρχή Εποπτείας των Αγορών στη Βρετανία (FSA). Αν και η χρηματική ποινή είναι από τις υψηλότερες που έχουν επιβληθεί σε τράπεζα, περιλαμβάνει έκπτωση 30% από το αρχικό ποσό λόγω της απόλυτης συνεργασίας της Barclays με τις αρχές. Πράγματι, τα στοιχεία που απέκτησε η FSA φέρνουν στο φως της δημοσιότητες «ζουμερές» λεπτομέρειες στη χειραγώγηση των διατραπεζικών επιτοκίων, προκαλώντας τη μεγάλη αντίδραση της κοινής γνώμης. Σε e-mail μεταξύ τραπεζικών στελεχών όπου συζητείται να δοθεί χαμηλότερο επιτόκιο από το φυσιολογικό στο σύστημα επιτοκίων Libor, ο ένας λέει στον άλλον: «σου χρωστάω μεγάλη χάρη. Πέρασε μια μέρα μετά τη δουλειά να ανοίξουμε μια σαμπάνια Βollinger».

Το σκάνδαλο Libor και Euribor καταδεικνύει δομικές αδυναμίες σε ένα σύστημα που στηρίζεται σε εκτιμήσεις και όχι δεδομένα για το κόστος δανεισμού σε όλα τα στρώματα μιας οικονομίας, από τις ίδιες τις τράπεζες μέχρι τα νοικοκυριά. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που οι αρμόδιες αρχές σε όλο τον κόσμο έχουν εξαγγείλει επανεξέταση των δικών τους συστημάτων καθορισμού των επιτοκίων.